Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Τα πεφταστέρια της αριστεράς

Αύγουστος και είχαμε ζεματιστεί όλη την ημέρα από τη ζέστη της πόλης. 
Το βράδυ χωρίς κλιματισμό στα δωμάτια δεν μας έμενε παρά η φυγή προς τα επάνω. 
Στην ταράτσα λοιπόν ρίξαμε τα στρώματα και βρεθήκαμε φάτσα με τον ουρανό. Εκεί ο κομήτης 109P/Swift-Tuttle με τα σωματίδια της σκόνης που αφήνει μας χάριζε μέσα στο σκοτάδι τους φωτεινούς διάττοντες που έχουμε βαφτίσει με την υπέροχη λέξη πεφτάστερα. 
Οι δίπλα μου άρχισαν: «Αυτό για τον Παπακωνσταντίνου, εκείνο για το Μιχάλη, και ένα για την Κατερίνα, μην ξεχάσω τον Πάγκαλο». 
«Πάτε καλά;», τους ρωτάω, χωρίς να γυρίσω να τους κοιτάξω, «μ’ αυτά θα ρίξετε την κυβέρνηση, αριστεροί άνθρωποι;». 
«Για ποιούς αριστερούς μας μιλάς σήμερα; Της πλάκας ιστορία είμαστε. Στη δεκαετία του ‘50 μπορούσαμε να μιλάμε για Αριστερά. Τότε που οι άνθρωποι είχαν πολεμήσει πριν, έστω και αν έχασαν. Ήταν σκληροί, ανθεκτικοί, υπομονετικοί. Και το κυνηγητό από τις Αρχές ανελέητο. Από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης τα όσα κέρδισαν οι αριστεροί στην Ελλάδα ήταν μόνο δώρα και χάδια των δεξιών πολιτικών. 
Μια κοπέλα μόνο, από όσο θυμάμαι, η Σωτηρία, σκοτώθηκε από τις ρόδες ενός πούλμαν της εταιρείας την ώρα που προσπαθούσε να ρίξει προκηρύξεις μέσα από τα παράθυρα και ο Κασίμης που είχε μπει νύχτα στο εργοστάσιο της Siemens», μου τη λέει ο θεωρητικός της παρέας. 
«Και τώρα δηλαδή τους πολεμάτε με τα πεφτάστερα;», ρωτάω όντας καινούριος στη λέσχη αυτή των απελπισμένων. 
«Να ήσουν και πέρυσι εδώ την ίδια ώρα ν΄ άκουγες για ποιά ονόματα λέγαμε ευχές και μετά να μίλαγες». «Καραμανλής, Σουφλιάς, Σιούφας... ήταν οι αγαπημένοι μας». 
Το βουλώνω, έχουν επιχειρήματα οι σύντροφοι.

΄Ενα απόσπασμα από άρθρο του 
Άλκη Γαλδαδά protagon.gr

Mια ιστορία από παλιά

...για το πως εξαφανίστηκε οριστικά το φαινόμενο της χρυσοφιλίας και της χρησιμοποιήσεως της λίρας ως μέτρου της αγοραστικής δυνάμεως της δραχμής...
γραμμένη στο βιβλίο "Ξενοφών Ζολώτας" Επιλογή κειμένων από το έργο του. Εισαγωγή-Επιμέλεια Βάσος Π. Μαθιόπουλος


"Την εποχή του πολέμου και της Κατοχής ξεκίνησε ένα άλλο μεγάλο κακό, που ταλαιπώρησε επί δεκαετίες την ελληνική οικονομία: η προσήλωση του κοινού προς τη λίρα, Ο κόσμος όχι μόνο αποθησαύριζε χρυσές λίρες, αλλά συνήθιζε να μετράει τα πάντα σε λίρες.

Την εποχή εκείνη του πληθωρισμού, το φαινόμενο ήταν βέβαια αναπόφευκτο. Συνεχίστηκε όμως κατόπιν η αποθησαύριση χρυσού ως και το 1965. Τότε πήρα την πρωτοβουλία να το αντιμετωπίσω ριζικά.

Όπως παρατηρήσατε, τη χρυσή λίρα τη χρησιμοποιούσε το κοινό στις μεγαλύτερες συναλλαγές, ιδίως στα ακίνητα και σε διάφορα συμβόλαια. Ο κόσμος έκρινε τη σταθερότητα της δραχμής από την τιμή της χρυσής λίρας και οι κυβερνήσεις είχαν συνηθίσει να ελέγχουν την τιμή της στην αγορά για να διατηρούν την αίσθηση νομισματικής σταθερότητας. Είχε φτάσει η τιμή της τότε 300 δρχ. και αν έδειχνε τάσεις υψώσεως ο κόσμος νόμιζε ότι κινδύνευε η δραχμή και αυτό επιρρέαζε τις τιμές ψυχολογικώς, δημιουργούσε δηλαδή πληθωριστικές πιέσεις, τη στιγμή που η δραχμή ήταν ένα από τα σταθερότερα νομίσματα.

Και τελικά πώς κατορθώθηκε η αποσύνδεση από τη λίρα;

Ήταν την εποχή της κυβερνήσεως Στεφανόπουλου, η οποία είχε μία ιδιαίτερη ευαισθησία στο θέμα της τιμής της λίρας. Για να στηρίξουμε τη χρυσή λίρα αναγκασθήκαμε να αγοράζουμε από το εξωτερικό όλο και μεγαλύτερα ποσά, τα οποία είχαν φθάσει προς στιγμήν τις 100 χιλιάδες λίρες ημερησίως. Τότε, υπό την ιδιότητά μου ως διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, είπα στην κυβέρνηση ότι αδυνατώ να συνεχίσω αυτή την τακτική, η οποία θα μας οδηγούσε σε εξάντληση του συναλλαγματικού μας αποθέματος. Εξάλλου από τη στιγμή που δεν είχαμε άλλες λίρες παρεμβάσεως, θα εδημιουργείτο υστερία στην αγορά που θα μπορούσε να ανεβάσει την τιμή της 500 δρχ. ή και πιο πάνω.

Συγκαλέσαμε λοιπόν ευρύτερη σύσκεψη με τους αρμόδιους της κυβέρνήσεως και της Τραπέζης της Ελλάδος, κατά την οποία πρότεινα την εφαρμογή ενός σχεδίου για τον εξοβελισμό της χρυσοφιλίας. Το σχέδιο συνίστατο στη διατήρηση τυπικά νόμιμης της αγοράς χρυσών λιρών, περιορισμένης όμως αποκλειστικά στο Χρηματιστήριο με αυστηρή απαγόρευση κάθε συναλλαγής σε χρυσές λίρες έξω από αυτό. Μέσα στο Χρηματιστήριο θα επιτρεπόταν η προμήθεια χρυσών λιρών σε περιορισμένο κατ' άτομο ποσό (50-100). Για να αποκτήσει όμως κανείς τις λίρες αυτές θα έπρεπε να παρουσιάσει την ταυτότητά του και να υπογράφει απόδειξη, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να μη διαθέσει τις λίρες παρά διά της αυτής οδού. Διαφορετικά θα θεωρείτο παραβάτης του νόμου περί λαθρεμπορίας συναλλάγματος.

Καλέσαμε επίσης όλους τους χρηματιστές και τους δηλώσαμε ότι <όποιος από σας κάνει μαύρη αγορά χρυσών λιρών, θα υποστεί όλες τις κυρώσεις του νόμου. Θα διαταχθεί η Αστυνομία να ελέγχει αυστηρά την αγορά και ακόμη θα βάλουμε και υπαλλήλους της Τραπέζης της Ελλάδος να την παρακολουθούν>. Το ίδιο μήνυμα έστειλα και στους <σαράφηδες>, συγχρόνως δε κάλεσα τους συμβολαιογράφους και τους εργολάβους και τους τόνισα να μην κάνουν συμβόλαια ή αγοραπωλησίες σε λίρες, για να μην υποστούν τις κυρώσεις του νόμου. Η δραχμή ήταν σταθερό νόμισμα και ήταν εξωφρενικό να κρίνεται η σταθερότητά της από την τιμή της χρυσής λίρας. Μετά κάναμε επίσημες δηλώσεις και είπαμε ότι το κοινό μπορεί να διατηρεί τις χρυσές λίρες που κατείχε, δεν μπορούσε όμως να τις πουλήσει στην ελεύθερη αγορά, αλλά αποκλειστικά στις εξουσιοδοτημένες τράπεζες.

Ένας εκπρόσωπος της κυβερνήσεως μου είχε πει τότε: <Φοβούμαι ότι θα αποτύχετε. Παρ' όλα αυτά κάντε ό,τι θέλετε, με ευθύνη δική σας>.

Και εκτονώθηκε μ' αυτά τα μέτρα η ψύχωση της χρυσής λίρας;

Είχα φύγει εν τω μεταξύ στο εξωτερικό για υπόθεση της τραπέζης, όταν σε λίγες ημέρες μου τηλεφώνησε ο τότε υποδιοικητής Γαλάνης και μου είπε: <Το σχέδιο υπήρξε μαγικό. Ο ίδιος ο κόσμος που αγόραζε καθημερινά τα τεράστια ποσά χρυσών λιρών συνωστίζεται τώρα στις τράπεζες για να τις πουλήσει>

Στη μεταστροφή αυτή της ψυχολογίας συνετέλεσε και το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της χρυσολιρικής υστερίας πολλοί είχαν γίνει θύματα εκμεταλλεύσεως, κυρίως από <σαράφηδες> της ελεύθερης αγοράς, οι οποίοι μέσα στα μασούρια των λιρών που διέθεταν είχαν περιλάβει και λίρες ιταλικής κοπής, των οποίων η αγοραία αξία ήταν 250 δρχ. έναντι 300 δρχ. των λιρών Αγγλίας.

Όταν λοιπόν ο κόσμος άρχισε να συρρέει στις τράπεζες για να εξαργυρώσει τις λίρες του, οι αρμόδιοι υπάλληλοι ανακάλυπταν τις ιταλικές λίρες και τις αγόραζαν για 250 δρχ. μόνον. Όταν διαμαρτύρονταν οι πωλητές, τους έλεγαν: <Έχετε πέσει θύματα εκμεταλλευτών και μπορείτε να στραφείτε εναντίον τους>. Το ομαδικό φαινόμενο της πωλήσεως χρυσών λιρών συνεχίσθηκε και η Τράπεζα της Ελλάδος συγκέντρωσε πολλά εκατομμύρια χρυσών λιρών, έκτοτε δε το φαινόμενο της χρυσοφιλίας και της Χρήσεως της λίρας ως μέτρου της αγοραστικής δυνάμεως της δραχμής εξαφανίσθηκε οριστικά." 

http://www.mantri.gr/

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Πως;;;

Αργά βήματα κουρασμένα,από ανθρώπους που σαν να φορούν όλοι την ίδια μάσκα.
Μια μάσκα θλιμμένη.
Μια μάσκα που αποτυπώνει εκφράσεις αγωνίας και κατήφειας.
Ακόμη και αν διακρίνεις χαμόγελο, είναι πιο δύσκολος γρίφος κι απ' αυτό της Τζοκόντα.
Μαυρισμένοι απ' τον ήλιο του καλοκαιριού, έτσι που σέρνουν τα βήματά τους, σε κάνει να αναρωτιέσαι σε ποιό ξερονήσι ήταν ναυαγοί.
Πάντα ο Σεπτέμβρης ήταν ένας μήνας που η προσαρμογή από την ξαπλώστρα της παραλίας στην καρέκλα του γραφείου, από την ανεμελιά των διακοπών στην ρουτίνα της καθημερινοτητας, μια μελαγχολία, ακόμη και στους λάτρεις του την έφερνε.
Αυτός δεν παλεύεται...
Την μελαγχολία την παθαίνεις κοιτάζοντας γύρω σου, ακόμη κι αν ήσουν από τους ανθρώπους που χαιρόσουν τις αλλαγές των χρωμάτων του φθινόπωρου.
Αυτές οι μάσκες στα πρόσωπα όλων δεν παλεύονται....
Αυτή η μαυρίλα που δεν χρωματίζεται με κανένα χαμόγελο για το μέλλον, αυτός ο φόβος που κλέβει τη χαρά και τα όνειρα, αυτή η αγωνία που κόβει ανάσες, η στοιχειώδης επιβίωση που έχει κλέψει τις απλές χαρές της καθημερινότητας πως παλεύονται;

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

Συννεφούλα κατά του νέφους

"Αγαπητοί πολίτες κατά του νέφους.
Θέλω να σας εμπιστευτώ κάτι... Η σχέση μου με το νέφος είναι στενή γιατί εγώ... πριν 19 χρόνια έγραψα τη Συννεφούλα... ήταν ένα τραγουδάκι όπου σεβόμουνα την ελευθερία του άλλου ώσπου βρεθήκαμε εδώ που βρεθήκαμε... με το νέφος μέχρι τη μύτη μας κι εγώ κι ο άλλος...
Αγαπητοί πολίτες... κατά του νέφους.
Ήρθα ευχαρίστως... πολλούς από σας τους γνωρίζω προσωπικά... από το 1965...
Είστε χαριτωμένοι... με οικογενειακές και επαγγελματικές σχέσεις μάλλον διαλυμένες, για να μην πω ασφυκτικές...
Αν δεν μπορέσατε ν' αντιμετωπίσετε το νέφος στον προσωπικό σας χώρο, πώς θα μπορέσετε στον ουρανό;...
Με συγχωρείτε που σας μπερδεύω αλλά... όλα τα κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας στα οποία άλλωστε κι εμείς συμμετείχαμε, Λαμπράκηδες, Μπέρτραντ Ράσελ και ούτω καθεξής ξεφούσκωσαν... αφού λειτούργησαν σαν μια δικαιολογία για να γίνουν οι προσωπικοί μας χώροι, δρόμοι μαύροι και συννεφιασμένοι...

Αγαπητοί πολίτες κατά του νέφους ανταποκρίθηκα στην πρόσκλησή σας... με την ελπίδα ότι το νέφος θα μας ξαναγυρίσει στην κάθαρση του στενού μας περιβάλλοντος έτσι ώστε οι δημόσιες διαμαρτυρίες μας να μη στηρίζονται στην αφαίρεση της ιδιωτικής μας ευθύνης... 

Και μ' αυτά τα λόγια να μου επιτρέψετε... να σας αφιερώσω αυτό το ερωτικό τραγουδάκι για μικρά παιδιά.''( Οκτ. 1981)

Τρομάζουμε;;

To βρήκα!!!
Ο ανασχηματισμος έγινε, γιατί πολύ τρομάζαμε με όλα όσα τρομακτικά διαβάζαμε και ακούγαμε για τον κακό μας τον καιρό.
Αν το ζητούμενο μας όμως είναι από σήμερα να ψάχνουμε ποιός πήγε στον "πρωϊνό καφέ" του συντονισμού;
Αν πήρε ή αν δεν πήρε και γιατί δεν πήρε  πρόσκληση ο Πάγκαλος;
Και πότε άραγε θα τα "πάρει" στο κρανίο ο Πάγκαλος;
Τρομάζουμε;;



Αν θα πίνουν "πρωϊνό καφέ" στο Μαξίμου ή αν θα αλλάξουν κτίριο και σε ποιό κτίριο θα πάνε  να τον πίνουν άραγε;
Τρομάζουμε;;

Αν είμαστε στημένοι στις γωνίες του δια "βίου μάθησης", για να δούμε πότε η ' Αννα θα πιαστεί μαλλί με μαλλί με την Φώφη, τρομάζουμε που έρχεται η Δευτέρα ανοίγουν τα φροντιστήρια, τα ιδιαίτερα  (για τα σχολεία θα σας γελάσω...)  κλείνουν παιδικοί σταθμοί, δεν υπάρχουν θέσεις για παιδάκια σε νηπιαγωγεία, γιατί κάτι λένε για κάτι  λεφτά - που υπάρχουν; δεν υπάρχουν; θα σας γελάσω- τρομάζουμε;

Τρομάζουμε;;;
Εδώ έχουμε μείνει ατρόμητοι χρόνια τώρα στις κλειδαρότρυπες των μεσημεριανάδικων.
Θα τρομάξουμε μ'αυτές;;
'Ασε που κρατάμε και τα κλειδιά και ότι ώρα θέλουμε μπαίνουμε και τους "πετάμε" απ'τα παράθυρα.
Παντός είδους παράθυρα...




Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Σ'ένα πακέτο Camel

"Μην αφήνεις τον εαυτό σου να γίνεται θύμα της εποχής του.
Δεν είναι η εποχή μας που θα μας διαλύσει, όπως δεν είναι ούτε η κοινωνία.
Έτσι και κατηγορήσεις την κοινωνία, καταντάς να καταφεύγεις στην κοινωνία για να βρεις τη λύση.
Σήμερα υπάρχει η τάση να συγχωρούνται οι ηθικές ευθύνες από τα άτομα και να θεωρούνται θύματα των κοινωνικών συνθηκών.
Αν χάψεις τέτοιο παραμύθι και το αγοράσεις, το πληρώνεις με την ψυχή σου.
Δεν είναι οι άντρες που περιορίζουν τις γυναίκες.
Δεν είναι οι κανονικοί που περιορίζουν τις αδερφές.
Δεν είναι οι λευκοί που περιορίζουν τους μαύρους.
Αυτό που περιορίζει τους ανθρώπους είναι η έλλειψη χαρακτήρα.
Αυτό που περιορίζει τους ανθρώπους είναι πως δεν έχουν το θάρρος,
δεν έχουν τη φαντασία να πρωταγωνιστήσουν στην ίδια τους την ταινία κι ακόμα λιγότερο να την σκηνοθετήσουν."

Τομ Ρόμπινς, "Τρυποκάρυδος"

Η αλήθεια είναι πως το εξώφυλλο μου έκανε εντύπωση για να το αγοράσω.Σε μια γρήγορη ματιά σε άλλο βιβλίο του, μου φάνηκε ψιλοχαοτικός.
Ο Τρυποκάρυδος είναι απολαυστικός. Μια ιστορία αγάπης ενός κοκκινομάλη τρομοκράτη και μιας κοκκινομάλας πριγκίπισας μέσα σ' ένα πακέτο Camel..


Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Fugue

Fugue που στα λατινικά σημαίνει φυγή, απόδραση

Στην μουσική, όρος συνώνυμος της αρμονίας και της ισορροπίας...

Κι

Αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε

μέσα στη φυγή (Σεφέρης)

' Οταν «τριγύρω σου όλοι τα ΄χουν χαμένα»

Μια γερασμένη κοινωνία είναι γερασμένη επειδή δεν έχει παιδεία, άρα δεν έχει δυναμική για να ανανεώσει τα κύτταρά της. Ζει σ΄ ένα αέναο παρόν.

Κι αν υποθέσουμε πως πίσω από την κατήφεια της ψυχής μας χαράζει ένα χαμόγελο; Οχι χαμόγελο «αισιοδοξίας», μιας και η λέξη είναι αρκούντως φθαρμένη για να είναι πειστική.

Μιλάω γι΄ αυτό το χαμόγελο που σου επιτρέπει να σταθείς στα πόδια σου όταν «τριγύρω σου όλοι τα ΄χουν χαμένα», όπως κάποτε έλεγε ο Κίπλινγκ. Χαμόγελο ελαφρώς ειρωνικό που σου επιτρέπει να πάρεις τις αποστάσεις σου από τον εαυτό σου και τους γύρω σου. Χαμόγελο πάντως ικανό να πετάξει στα σκουπίδια όλα αυτά τα γέλια και τα χάχανα που είχαν μετατρέψει το πρόσωπό σου σε ένα προσωπείο ανέκφραστο, καθότι ίδιο κι απαράλλαχτο με τον εαυτό του.

Ελάτε τώρα. Πόσοι από μας δεν την περίμεναν αυτήν την κρίση; Και δεν μιλάω μόνον για τους προφήτες της οικονομίας που δεν τους έβγαινε ο λογαριασμός. Μιλάω για όσους πάλευαν, με νύχια και με δόντια, να μην πάθουν ναυτία στο «τρελό καραβάκι» που άκουγε στο όνομα Ελλάδα.

Για όλους αυτούς που κοίταζαν πλαγίως τη γενικευμένη καψούρα ενός κόσμου ενθουσιασμένου από τον εαυτό του, τηλεπαρουσιαζόμενου και τηλεκατευθυνόμενου, λαμπερού επιδειξία της ανέξοδης ευμάρειας, της αρπαχτής και του αέρα. Πόσο μολυσμένο αέρα δεν αναπνεύσαμε αυτά τα χρόνια, πόσες φούσκες δεν κατάπιαμε, φούσκες πομπώδεις, γλιτσερές πομφόλυγες; 

Μιλάω για τον πατέρα και τη μάνα που ενδιαφέρονταν τι βαθμό θα πάρει το παιδί τους στο σχολείο, σε πείσμα του προοδευτικού ετσιθελισμού που χρησιμοποίησε, για πόσες δεκαετίες τώρα, το παιδί σαν τον πελάτη που έχει πάντα δίκιο. Μιλάω για τον δάσκαλο που παίρνει τρεις κι εξήντα όπως οι άλλοι, όμως παλεύει να κρατήσει την αξιοπρέπεια μιας παιδείας γιατί ξέρει πως αυτή είναι η δουλειά του. Μιλάω για τους ανθρώπους του πολιτισμού, για όσους πάλεψαν, και τα κατάφεραν, να κρατήσουν ζωντανό μέσα τους το αίσθημα κάποιου καθήκοντος απέναντι στον εαυτό τους, στη δουλειά τους, στο περιβάλλον τους.

Ρώτησα τον φίλο Βλάντισλαβ Μπάγιατς τι έκανε όταν στο Βελιγράδι έπεφταν οι ανθρωπιστικές βόμβες το 1999. Με κοίταξε μ΄ εκείνο το ελαφρύ χαμόγελο της κατήφειας και μου απάντησε: «Τι να ΄κανα; Ημουν κρυμμένος σ΄ ένα υπόγειο κι έγραφα το βιβλίο μου». Σήμερα είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους εκδότες και ένας από τους πιο γνωστούς συγγραφείς της Σερβίας.

Κι όταν λέω «άνθρωποι του πολιτισμού» δεν εννοώ τον περίφημο «πνευματικό κόσμο» της χώρας που τον ονομάσαμε έτσι για να τον αφήσουμε ήσυχο στην κατ΄ επάγγελμα αφασική σιωπή του. Μιλάω για όλους αυτούς που τόσα χρόνια, όσο το κοινωνικό σώμα έτρεφε την αρρώστια, όποια δουλειά κι αν έκαναν προσπαθούσαν να διασώσουν το αντίκρυσμα των δικών τους επιταγών, κάποιον σεβασμό στην παιδεία τους, κάποιο αίσθημα καθήκοντος, σ΄ εκείνο το «καθείς εφ΄ ω ετάχθη».



Η κοινωνική βία που ασκήθηκε πάνω τους κατάφερε να τους ρίξει στην άκρη. Τους χλεύαζαν, τους έλεγαν ηλίθιους, όπως ηλίθιος αισθάνθηκε κάποτε και ο κάτοικος του νησιού που μέχρι προχθές αισθανόταν άρχοντας, κι ας μην είχε φράγκο στην τσέπη του, και είδε το πρώτο 4Χ4 να καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι στην πλατεία του χωριού του. Τους αφαιρέθηκε το δικαίωμα του λόγου, τους είπαν γκρινιάρηδες και οπισθοδρομικούς αφού δεν ήταν ακομπλεξάριστοι για να διασκεδάζουν όπως όλοι οι «κανονικοί άνθρωποι» στο ταβατούρι του νυχτερινού κέντρου που είχε γίνει η Ελλάδα. Αυτοί το ξέρουν καλύτερα απ΄ όλους. Πριν το παιχνίδι χαθεί στην οικονομία και τα ομόλογα, το παιχνίδι χάθηκε στην παιδεία και τον πολιτισμό. Και κανείς δεν ήθελε να το παραδεχθεί, όπως ο μεθυσμένος δεν θέλει να παραδεχθεί πως είναι μεθυσμένος.

Όλοι αυτοί την περίμεναν αυτήν την κρίση. Κι όσο κι αν ξέρουν πως θα την πληρώσουν και οι ίδιοι, ίσως και χειρότερα από τους υπόλοιπους, τη δέχτηκαν με κάποια ανακούφιση. Το «επιτέλους» βγαίνει αυθόρμητα, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, κι όσο κι αν η γενικευμένη κατήφεια είναι και δική τους υπόθεση το δικό τους ειρωνικό χαμόγελο είναι η μόνη διέξοδος απ΄ το σημερινό αδιέξοδο.

Στο κάτω κάτω ποτέ δεν ήταν υπόθεσή τους τα χάχανα του life style. Απλώς τους εμπόδιζαν να κυκλοφορούν στον δρόμο, τους είχαν αναγκάσει, χρόνια τώρα, να οργανώσουν τη ζωή τους σε κάτι σαν κοινωνική παρανομία η οποία, αν μη τι άλλο, αναγνώριζε την ύπαρξη νόμων στο εύφορο έδαφος της ανομίας.

Μην ανησυχείτε. Δεν ζητούν αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες. Δεν ζήτησαν ποτέ εξάλλου. Το μόνο που ζητούν είναι να μπορούν να συνεχίσουν να κάνουν τη δουλειά τους, όπως την έκαναν ώς σήμερα και όπως ξέρουν να την κάνουν.

Ε ναι, τώρα που επιτέλους ξέσπασε η αρρώστια, τώρα που τα καρκινικά κύτταρα τρώνε το ένα το άλλο στον θλιβερό σκυλοκαβγά του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» ο οργανισμός το ξέρει πολύ καλά πως μόνον στα σιωπηρά αποθέματά του μπορεί να στηριχθεί.


Οι κοινωνίες δεν αυτοκτονούν - έχει και η αρχή της πλειοψηφίας τα όριά της. Οι κοινωνίες περνούν κρίσεις, όπως η ζωή του καθενός περνάει κρίσεις. Είναι απαραίτητες γιατί μόνον αυτές σου επιτρέπουν να πάρεις τις απαιτούμενες αποστάσεις από τον εαυτό σου, να δεις το σχήμα που μέχρι προχθές πνιγόταν μες τη βαβούρα της «πολλής συνάφειας».

"Το χαμόγελο της κατήφειας" του Τάκη Θεοδωρόπουλου ΝΕΑ 19/6/2010


Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

ΟΙ ΠΑΡΩΝ ΟΜΠΡΕΛΕΣ...

  Οι ανορθογραφίες του τουρισμού
Η πινακίδα σε κάποια παραλία κάποιου νησιού της Ελλάδας είναι φρέσκια, αυτό είναι το πρώτο που παρατηρείς από κάπως μακριά· τα χρώματά της ζωηρά, ούτε ο ήλιος και οι βροχές έχουν προλάβει να τα φθείρουν ούτε οι συνθηματογράφοι μαρκαδόροι να τα χρησιμοποιήσουν σαν φόντο της έμπνευσής τους. 
Πλησιάζεις, βλέπεις και πέφτεις στον κίνδυνο να βγεις από τα ρούχα σου, από το μαγιό σου μάλλον, και να συλληφθείς για προσβολή της δημοσίας αιδούς. 
Γιατί αυτό που διαβάζεις, κεφαλαιογράμματο, είναι ένα όνειρο στο κύμα, ένα μικρό θαύμα, μια ανατροπή όλων των πνιγηρών γραμματικοφιλολογικών συμβάσεων που θα δυσκολευόταν να τη φέρει εις πέρας ακόμη και κάποιος που εισήχθη σε ΤΕΙ της περιφέρειας με 0,9 μόνο και μόνο για να ανασταλεί για τρία - τέσσερα χρόνια η συμπερίληψή του στους καταλόγους της ανεργίας: «ΟΙ ΠΑΡΩΝ ΟΜΠΡΕΛΕΣ ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΑΡΚΙΝΓΚ ΚΑΙ ΝΤΟΥΣ»
ΟΙ ΠΑΡΩΝ ΟΜΠΡΕΛΕΣ
Το ίδιο δελεαστικό μήνυμα, αγγλιστί συνταγμένο, είναι άψογα γραμμένο, πιθανόν επειδή και η αγγλική, όπως αναρίθμητες άλλες γλώσσες, είναι παρακλάδι της ελληνικής, οπότε την κατέχουμε από τα γεννοφάσκια μας.


Μέσα στον καλοκαιρινό καύσωνα διαρκείας, που σε πείθει ότι σε λίγα χρόνια θα κουβαλάμε τον ανεμιστήρα και στην παραλία, αισθάνεσαι βαθύτατα υποχρεωμένος στον άγνωστο πινακιδογράφο για τη δροσιά που απλόχερα σου προσφέρει. Αχαρο θα 'ταν το «οι παρούσες ομπρέλες»· δεν θα σε αποσβόλωνε πριν σε οδηγήσει υπνωτισμένο να κάνεις χρήση των «παρών ομπρελών» με το περίπου ενσωματωμένο ντους και το πάρκινγκ τους. 
Μου πήρε πέντε μέρες να το συνηθίσω, κι αφού πρώτα οδήγησα μέχρις εκεί, προς θέαση και απόλαυση, γνωστούς και φίλους, που βέβαια δεν με πίστευαν. 
Την έκτη μέρα, οπότε υπέκυψα στον πειρασμό κι είπα να το φωτογραφίσω με το κινητό, βλέπω μια κυρία που ανέβαινε από τη θάλασσα με το εγγονάκι της να στέκεται μπροστά στην πινακίδα, να σταυροκοπιέται και να αναφωνεί: «Χριστός κι Απόστολος! Ακούς εκεί. Οι παρών ομπρέλες... Ούτε στην τηλεόραση δεν τα λένε τέτοια πράγματα». 
 Εκτός που ευχαριστήθηκα ακούγοντας ποια εκτίμηση τρέφει ο κόσμος για την τηλεόραση, τουλάχιστον στις λιγοστές μέρες των διακοπών του, όταν κάπως απελευθερώνεται από αυτήν και αποστασιοποιείται, χάρηκα κιόλας που δεν ήμουν ο μόνος που αναγνώριζε το θαύμα σαν θαύμα. Παρεμπιπτόντως, τώρα που ξαναρχίσαμε, λόγω της κρίσης, να συζητούμε το δικαίωμα στο ελεύθερο κάμπινγκ, δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να συζητήσουμε σοβαρά και το αγρίως πληττόμενο δικαίωμα στο ελεύθερο... κολύμπινγκ. 
Με τόσες συστάδες από ακριβά ή και πανάκριβα ενοικιαζόμενες ξαπλώστρες στις παραλίες εκείνες που προς το παρόν δεν έχουν ιδιωτικοποιηθεί ολοσχερώς, δίνεις μάχη για να βρεις μια γωνιά να βάλεις την προσωπική του ομπρελίτσα, νιώθοντας φυσικά παρείσακτος, αν όχι και κοινωνικά κατώτερος. Στη φοινικοβριθή Πρέβελη της Κρήτης, για παράδειγμα, που χάρη στον θαυμάσιο κρατικό μηχανισμό (σε όλες του τις υποστάσεις) κάηκε επιτέλους κι αυτή, να ησυχάσουμε, χρόνια τώρα η εξαντλητική εκμετάλλευση της καταπατημένης από ξαπλωστροπώλες παραλία σε εξανάγκαζε να τοποθετείς τη δική σου ομπρέλα στα ριζά του βουνού ή να φεύγεις δίχως να κολυμπήσεις, κι ας είχες περπατήσει μια ώρα ώς εκεί, αναζητώντας τα ράκη της μνήμης σου. Αλλον τρόπο να γευόμαστε το φυσικά ωραίο εκτός από το να το μαγαρίζουμε και να το σφετεριζόμαστε, φαίνεται δύσκολο να βρούμε.

Από ανορθογραφίες, βέβαια, για να γυρίσουμε στο «όνειρο στο κύμα» της πινακίδας, άλλο τίποτα. Και δεν λέω γι' αυτές που τραυματίζουν επιπόλαια τη γραμματική, όπως το εξαιρετικό «Ν.Δ. - ΣΥΓΟΥΡΓΙΑ» που το βλέπεις σχεδόν παντού στο κυκλαδίτικο νησί ή για ένα υπέροχο «πολίτε το ικόπαιδο», γραμμένο πρόχειρα πάνω σε μισογκρεμισμένο τοιχαλάκι· και λοιπόν, θα πει κανείς, στις μισές επιτύμβιες στήλες των ελληνιστικών χρόνων, όπως τις βλέπουμε στα μουσεία, το σκαλισμένο «ενθάδε κίτε» σημαίνει ήδη και τον θάνατο της προσωδίας εκτός από την τελευτή του προσφιλούς ενταφιασμένου. 
Αλλες ανορθογραφίες έχω στο νου μου, πολύ σοβαρότερες, υλικές, που πληγώνουν βαθύτερα, έτσι απλωμένες όπως είναι άλλωστε στον χώρο και στον χρόνο, πανελλαδικές και πατροπαράδοτες. 

Δεν είναι τάχα ανορθογραφία, ανυπόφορα φθοροποιός, η σχεδόν μηδενικής στάθμης μέριμνα για την ανακύκλωση στους περισσότερους νησιωτικούς παραθεριστικούς προορισμούς; 
Τι παράγεται στα νησιά κάθε καλοκαίρι, σε τεράστιες μάλιστα ποσότητες; 
Οχι πεπόνια, καρπούζια και σταφύλια βέβαια (λίγα μέρη έχουν έστω και μικρή σχετική παραγωγή), αλλά πλαστικά μπουκάλια μικρά και μεγάλα (του νερού ή του αναψυκτικού), τσιγκάκια της μπίρας και των κολοειδών και πλαστικοπότηρα, του φραπέ ή του φρέντο, πράγματα δηλαδή ανακυκλωτέα και ανακυκλώσιμα. 
Κι όλα τούτα πετιούνται φύρδην μίγδην σε κάτι βαρέλια που μπήκαν πρόχειρα στην άμμο τρεις δημαρχίες πριν ή σε φισκαρισμένους κάδους· όταν θα μαζευτούν από εκεί, θα αποτεθούν ευλαβικά σε κάποια ανοιχτή χωματερή, που αν δεν είναι απολύτως εκτός ελέγχου, έχει δημιουργηθεί χωρίς να δοθεί η ελάχιστη σημασία στην αντοχή του περιβάλλοντος, ούτε καν στην εμπορεύσιμη και τουριστικώς αξιοποιήσιμη αισθητική αρτιότητά του. 
Θαρρείς και καμαρώνουμε για τα σκουπίδια που παράγουμε, στήνουμε τα «νεκροταφεία» τους σε σημεία... υψηλής θέασης, οσμηρό τεκμήριο προκοπής. 
Κι αν κάποιοι διαμαρτυρηθούν, ομάδες πολιτών ή κοινότητες, από αυτές που εξανεμίζει ο «Καλλικράτης» ολοκληρώνοντας την «καποδιστριακή» διάλυση, εισπράττουν το ανάθεμα των δημοτικών αρχόντων αλλά και της λαϊκής πλειοψηφίας, γιατί, με το να προσπαθούν να θυμίσουν ότι ακόμα και η θάλασσα και η γη εξαντλούνται τελικά από την άπληστη υπερεκμετάλλευσή τους, παρεμποδίζουν, λέει, την πρόοδο και την ανάπτυξη.

Εχει ακόμα πόρους ο τόπος - τους ανθρώπους του προπαντός, όσους τον αγαπούν δίχως να κρατάνε κρυφούς λογαριασμούς, τα μνημεία του που, όρεξη να 'χεις, σε περιμένουν και δίχως τον επιβεβλημένο ρομαντισμό της αυγουστιάτικης πανσελήνου, τα χωριά του, βουνίσια και θαλασσινά, όσα αρνούνται να μαϊμουδίσουν, να ζήσουν «χαλαρά» σήμερα κι ας κόψει τον λαιμό του το αύριο και το μεθαύριο κι όσοι θα τα κατοικούν. 

Τα σημάδια, ωστόσο, της φθοράς και της διάβρωσης είναι πολλά. Για να μη βαθύνουν ακόμα περισσότερο, για να μην καταντήσουν αθεράπευτα, αντί για το μουρμουρητό, το μοιρολόι μάλλον, που ακούγεται μήνες τώρα -«πτώση του τουρισμού», «καταβαράθρωση του τουρισμού», «καταποντισμός του τουρισμού»-, ίσως είναι φρονιμότερο να σκεφτούμε σαν ανορθογραφία την υπερβολή του τουρισμού και την απόλυτη εξάρτηση της χώρας από αυτήν, με όσα συνεπάγονται ετούτα τα επιχρυσωμένα δεσμά, σε οικολογικό, ψυχολογικό και πολιτισμικό επίπεδο. 
Αν ο τουρισμός προβλήθηκε και προβάλλεται σαν η μοναδική σιγουριά μας, ας σκεφτούμε πια πως άλλο δεν ήταν παρά «συγουργιά», εξόφθαλμα ανορθόγραφη, λαθεμένη, μια πλάνη που την πληρώνουμε ακριβά την ώρα που μας κανοναρχεί η ψευδαίσθηση ότι απλώς μετράμε κέρδη.

Παντελής Μπουκάλας

Πρός νήπια, κυρίας και προετοιμαζομένους δια υψηλάς θέσεις...




"Δυστυχώς η χρήσις του καπνού εν Ελλάδι κατέστη από τινος τοσούτον κοινή,η κατάχρησις αυτού τοσούτον μεγίστη, ώστε βλέπομεν νήπια σχεδόν, τέκνα 11 και 12 ετών, να καπνίζωσιν ασυστόλως και κινδυνεύοντα ούτως να γίνωσιν
βλάκες φθάνοντα εις ηλικίαν 40 ή πενήντα ετών.
 

Συμβουλεύομεν λοιπόν τους όσοι προετοιμάζονται διά βουλευτικάς,γερουσιαστικάς και υπουργικάς θέσεις να απέχωσι εντελώς από το κάπνισμα
και τον ταμβάκον, διότι θέλουσιν αποτύχει αφεύκτως εις τας υψηλάς εκείνας θέσεις των.
 

 


Παροτρύνομεν δε και τας κυρίας, όσαι, δυστυχώς, και παρ΄ημίν έλαβον την
έξιν του καπνίζειν, να αποσκορακίσωσιν μακράν το δηλητήριον τούτο, το
φθείρον την καλλονήν των εις τους ωραίους των οφθαλμούς.

 

Συμφέρει μόνον ο λαός και οι δημοσιογράφοι να καπνίζωσι και να ταβακίζωσι,διότι, διά του μέσου τούτου, γίνονται νοθρότεροι και ολιγώτερον ορμητικοί."

 (από το Περιοδικόν "Η Ευτέρπη" 1851)

( "Η Ευτέρπη" ήταν ελληνικό περιοδικό του 19ου αιώνα.
Ήταν το πρώτο ελληνικό εικονογραφημένο περιοδικό Κυκλοφόρησε την 1η Σεπτεμβρίου 1847 από τον Γρηγόριο Καμπούρογλου.)