Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Χελιδονίσματα

Tο χελιδόνιμ πέπεται
πάει και πάλιν έρκεται
και τραγουδά και χαίρεται
και φέρνει μας μήνυμα
πως είναιν άνοιξη καιρού
και άρχιση καλοκαιριού
Και εσείς εμάς τον κόπο μας
να μας πληρώσετε πολλά
κοσάρια,γρόσια και αυγά
όχι ένα κι από δυο
αλλά από έξη κι'απ'οχτώ.
' Ηρθε,ήρθε χελιδόνα,
φέρνοντας καλοκαιριά
και καλή χρονιά,
στην κοιλιά της άσπρη
και στη ράχη μαύρη 

(χελιδόνισμα της Ρόδου)

 Καλή άνοιξη καιρού!

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Το ρυθμό του κόσμου τον αναποδογύριζα

"Τα παιγνίδια, που έπαιζα παιδί, σχεδόν όλα παιγνίδια δημιουργημένα μέσα στη μοναξιά, ρυθμισμένα μονάχ' από τη φαντασία.
Τα παιγνίδια που γύρευα, που αυτοσχεδίαζα, που καλλιτεχνούσα, που αγαπούσα, και που μεθούσα μ' εκείνα. Τα έπαιζα καταμόναχος, φυλακισμένος μέσα στο σπίτι.
 

Τα παιγνίδια μου, όσο κι αν είτανε πιο πολύ κοριτσιού, είχαν όλη του αρσενικού την ορμή, την πρωτοβουλία, την τρέλα.
Γινόμουν αράδα αράδα, κατά την περίσταση και κατά τα κέφια μου, δεσπότης, ιεροκήρυκας, δημοδιδάσκαλος, καθηγητής, περιηγητής, γιατρός, στρατηγός, στρατιώτης, συνομιλητής, λιμαδόρος. Φλυαρούσα, ξεφώνιζα, κουβέντιαζα, ρητόρευα, λειτουργούσα, έψελνα, έδερνα, ανεβοκατέβαινα, αγωνιζόμουνα με τους καναπέδες και με τις καρέκλες, με τα βιβλία και με τα τραπέζια, έπιανα γνωριμίες και ξεσυνερίσματα με τους τοίχους, με τα ξύλα, με τα έπιπλα, με τα φουστάνια.
Είχα δοσοληψίες με τα λουλούδια και με τις κοπριές, με τα μερμήγκια της γάστρας και με τα σαμάρια των γαϊδουριών' μόνο τους ανθρώπους γύρω μου δεν τους λογάριαζα.
Το ρυθμό του κόσμου τον αναποδογύριζα.
Οι άνθρωποι μου είτανε τα υλικά και τ' άψυχα' δεν καταδεχόμουνα να τα προσέξω. Οι ζωντανοί μου, όσοι είτανε για τους άλλους τ' άψυχα. Τον κεντιστό για μένα από την ξαδέρφη μου χαρτοφύλακα του σχολείου, που είχα για τα βιβλία μου, τον έκαμα δεσποτική μίτρα καί τον εφορούσα όταν έπαιζα:
Με μια σύνοψη στο χέρι πρωτοστατούσα μεγαλόπρεπα σ' εκκλησιαστικές ιερουργίες. Τη στενή κάμαρα που βρισκόμουνα την έκανα διαδοχικά με το «γεννηθήτω φως» της φαντασίας μου, χωρίς καμιά διασκευαστική φροντίδα, την έκανα άγιο βήμα, νάρθηκα, άμβωνα, ιερό.
 

Της εκκλησιάς αυτής είμουνα ο καντηλανάφτης, ο αναγνώστης, ο επίτροπος, ο διάκος, ο παπάς, ο επίσκοπος, ο ψάλτης, ο ενορίτης. Μαζί και αράδ' αράδα. Έπειτ' άλλαζα τη σκηνογραφία.
Σ' ένα σεντούκι, απάνω μια καρέκλα κ' ένα τραπεζάκι. Η δασκαλοκαθέδρα. Έκανα την παράδοσή μου. Πρώτα ήσυχα και ακαδημαϊκά. Ύστερα δεν μπορούσα να βαστάξω. Τα μαθητούδια μου άταχτα και αμελή. Ξελαρυγγίζομουν για να τα φέρω στον ίσιο δρόμο. Τίποτε. Μ' έπνιγεν ο θυμός. Άρπαζα τη βέργα. Κατέβαινα, χυμούσα. Μοίραζα ξύλο αλύπητο, δεξιά και αριστερά. Εσείς, προσκέφαλα και στρωσίδια, τραπέζια και καθίσματα, πατώματα και γωνιές, σάλες και κατώγια, κι αν ακόμα υπάρχετε, ακόμα θα βογγάτε από το δάρσιμο.

Τη μανία του σκολειού την κράτησα και πολύ, έπειτ' από τα πρώτα μου παιδιάτικα παιγνίδια, του γυμνασίου αγόρι πια. Ξαλάφρωνα στο σπίτι από την πλήξη της γυμνασιακής παράδοσης μεταμορφώνοντάς τη σε παιγνίδι.

Τον καθηγητή που μ' ενοχλούσε στην τάξη, τον έπαιζα στο σπίτι κ' είμουν ενθουσιασμένος. Μόνος πάντα. Κρατούσα κατάλογο μαθητών, έβαζα κλήρους, είχα πρόγραμμα, πότε παράδιδα Πλούταρχο, πότε Θουκυδίδη, πότε Θεόκριτο.
Ακόμα τάχω στα μάτια μου τα βιβλία των δυο πρώτων, καλοδεμένα, με την έκδοσή τους από τους γερμανούς σοφούς και στη Γερμανία, τον τρίτο από τον Νεόφυτο Δούκα κ' εκδομένο και μεταφρασμένο, κείμενο και μετάφραση, όμοια δύσκολα, κι αμετάφραστα χωρίς τη συνδρομή του δασκάλου, και τ' αρχαία και τ' αρχαιόζηλα.
Κάποιες εξηγήσεις του αδερφού μου που είτανε πια στην Αθήνα φοιτητής, τις είχα κληρονομήσει. Κι όσο πετούσα και καταφρονούσα τα δικά μου τα μαθητικά τετράδια, όταν είχα τετράδια, γιατί, συχνά δυστυχώς, τέτοιο κόπο δεν έπαιρνα, άλλο τόσο έσκυβ' απάνω στις εξηγήσεις του αδερφού μου, περίεργα και φροντισμένα.
 

Αυτά είτανε τα καθηγητικά μου εφόδια, οι πηγές της σοφίας μου. Παράδιδα σε όλες τις τάξεις. Όλα τα μαθήματα. Εδώ ελληνικά, εκεί Ιστορία, αλλού ψυχολογία. Από όλα κάτι σκάμπαζα.
Μόνο μαθηματικά δεν είχε το πρόγραμμά μου. Τα σιχαινόμουνα γιατί δεν τα ήξερα, ή δεν τα ήξερα γιατί τα σιχαινόμουνα; Ποιος ξέρει! Και τα δυο.
Το μόνο πού θυμούμαι είναι πως κάποιος, δε γνωρίζω αν από το σπίτι μου ή από το σχολείο μου που με πρωτόβαλαν και που πηγαίναμε αντάμα αγόρια και κορίτσια (η ιστορία του σκολειού εκείνου βρίσκεται γραμμένη όσο παίρνει καθαρά σ' ένα ποίημα των «Τραγουδιών της Πατρίδος μου», του πρώτου μου βιβλίου του 1886' το ποίημα επιγράφεται «Το Σχολείον»), κάποιος μ' έδωκε μιας συμμαθήτρας μου, Αμαλία την έλεγαν, για να μου μάθη τα μαθηματικά.
Μου έφερ' εκείνη μια πλάκα κ' επάνω σ' αυτή μού αράδιαζε νούμερα. Χαμένος κόπος. Κοίταζα περισσότερο την Αμαλία, από τα νούμερα."

Από την αυτοβιογραφία του Κωστή Παλαμά

"Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου"

"Χτες βράδυ (27 Φεβρουαρίου 1943) μια είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μια είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός"  (Ιωάννα Τσάτσου)
Οι κατακτητές, οπλισμένοι και επιφυλακτικοί, παρατηρούν το σιωπηλό πλήθος, όμως δεν επεμβαίνουν. Και ξαφνικά εκεί, μέσα στην συνωστισμένη εκκλησία με τις χιλιάδες κόσμου απ’ έξω, μια φωνή τράνταξε την παγερή σιωπή κι έφτασε θαρρείς σε κάθε γωνιά της ελληνικής γης:
"Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες
βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ώς πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οιφοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!"
(Αγγελος Σικελιανός)

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Το ρίσκο της αμυγδαλιάς


Αυτή ρισκάρει να ανοίγει τα λουλούδια της απέναντι στον καιρό που μένει να δείχνει διστακτικός αν θέλει να γίνει άνοιξη κι εγώ να χαρακτηρισθώ γραφική με μια αμυγδαλιά ανάμεσα σε σκοτεινές λέξεις επικαιρότητας που δεν διστάζουν καθόλου να δείχνουν φόβο.
' Ισως αυτή η γραφικότητα να δηλώνει άγνοια φόβου . Βλέπεις η δική μου η γενιά δεν γνώριζε τον φόβο. Είναι η ευτυχισμένη γενιά της μοιραίας Ελλάδας.' Ηταν πάντα αφηγηματικός.' Ενα παραμύθι που είχε καλό τέλος.
Αυτός ο τωρινός φόβος που ξεχύνεται από παντού είναι πρωτόγνωρος. Δεν αναγνωρίζεται εύκολα. Ο εχθρός είναι κρυμμένος ή παίρνει χίλιες μορφές.
Μια ανθισμένη αμυγδαλιά στο δρόμο μου, η νοσταλγία της φωνής της μαμάς να το τραγουδά και να μου λέει την ιστορία του, αρώματα μνήμης από παλιές προσμονές της άνοιξης και...άγνοια φόβου.


"Εκούνησε την ανθισμένη μυγδαλιά
Με τα χεράκια της
Κ' εγέμισ' από άνθη η πλάτη η αγκαλιά,
Και τα μαλλάκια της"...
Για ποιαν γράφτηκε τ' όμορφο αυτό ερωτικό τραγούδι; Ρώτησαν τον ποιητή
"Για μια ξαδέρφη μου, μια Δροσινοπούλα". Απαντά ο Δροσίνης.
Μια μέρα πήγαμε στο περιβόλι και καθήσαμε κάτω από μιαν ανθισμένη μυγδαλιά και παιχνιδιάζαμε. Ξάφνου εκείνη πιάνει τον κορμό της μυγδαλιάς και τον τινάζει. Τ' άνθια γέμισαν το κεφάλι, τους ώμους, το στήθος. Ετσι όταν έμεινα μόνος, έβαλα σε στίχους το πραγματικό επεισόδιο, φτιάχνοντας το τραγούδι αυτό που ήταν πολύ τυχερό.
Εκείνη για την οποία γράφτηκε το τραγούδι ζει ακόμη, τώρα, γριά, μα με κατάμαυρα μαλλιά... τη συνδρομή μαγικών συσκευασιών.
Ετσι διέψευσε την τελευταία στροφή του τραγουδιού μου που τη φαντάζεται "γριά με κάτασπρα μαλλιά"

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Ο Δούρειος Ίππος της Εξουσίας



Φόβος:
Ουσιαστικό.
Αλλά και ουσιαστικός.

Διαχρονικός και πανανθρώπινος.
Ικανός, να κάμψει κάθε αντίσταση,
να παγώσει και την πιο αποφασιστική δύναμη, να αναστείλει την εξέλιξη.

Ο φόβος είναι φυσικό, κοινό συναίσθημα. Όλοι φοβούνται.
Και οι μεν και οι δε. Και οι πάνω και οι κάτω.
Το στοίχημα είναι πάντα το ποιος θα ελέγξει το φόβο
και θα τον διαχειριστεί προς όφελός του,
και πώς θα καταφέρει να μετατρέψει
ένα εργαλείο χειρισμού συνειδήσεων σε μηχανισμό προστασίας.

Η εποχή της πλαστής ευδαιμονίας μαζί με τις ψευδαισθήσεις της τελείωσε.
Ήρθε η ώρα της πληρωμής.
Τώρα καλείται να πληρώσει όποιος φοβηθεί πρώτος.
Και αυτός είναι πάντα όποιος έχει να χάσει τα περισσότερα.

Συμπαραστάτης του Δημότη ή του Δημάρχου;

Aν κάποιος κάνει μια βόλτα στις γειτονιές του διαδικτύου, διαπιστώνει πρόβλημα παρόμοιο με αυτό που δημιουργήθηκε στον Δήμο Ρόδου, με τον ανεξάρτητο θεσμό του “Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης”. 
Ο οποίος, μόνο ανεξάρτητος δεν προβλέπεται, βλέποντας, να καταγγέλλονται παρασκηνιακές συμφωνίες, προώθηση "ημετέρων", υποστήριξη πρώην ανθυποψηφίων και...νεφελώδεις καταστάσεις. 
Τα φαινόμενα αυτά επισημαίνονται σε sites Δήμων ( στα όποια δίνεται η δυνατότητα να κάνουν σχόλια οι δημότες) se portals, ειδησεογραφικά sites και blogs, στα οποία τελικά παρουσιάζεται ό,τι αυτός που αποφασίζει για το πρόσωπο που θα επιλεγεί ως Συμπαραστάτης του Δημότη είναι ο Δήμαρχος.... 
Κάτι που “καίει” το χαρτί του ανεξάρτητου.
Παρ' όλο που ο “Καλλικράτης” δημιουργεί εγγυήσεις για να προλάβει την "κομματική πειθαρχία" -και όλα τα συμπαραμαρτούντα της λέξης “κόμμα”- όσον αφορά την επιλογή του προσώπου, απαιτώντας την πλειοψηφία των 2/3 για την εκλογή του και δίνοντας έτσι την ευκαιρία να εκλεγεί ένα πρόσωπο απόλυτα ανεξάρτητο από πολιτικά παιχνίδια, μάλλον οι Δήμαρχοι αδιαφορούν και λογικά συναντούν την αντίδραση της αντιπολίτευσης με το να προτείνουν οι ίδιοι πρόσωπα, πολιτικά “αρεστά”.
΄Ισως, εκτός από τον όρο οι υποψήφιοι να μην είναι αιρετοί Δήμου ή Περιφέρειας ή Βουλευτές, να είχε προβλεφθεί, να αποκλείονται και τα κομματικά στελέχη ή ανθυποψήφιοι, μήπως και υπάρξει ελπίδα να σωθεί ο θεσμός και να είναι σίγουρος ο πολίτης ότι εννοεί ακριβώς αυτό που λέει : "Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης " και όχι η όλη η διαδικασία να παραπέμπει σε "Συμπαραστάτη του Δημάρχου", με την τακτοποίηση-αξιοποίηση-εξόφληση γραμματίων "ημετέρων". 
Θα έπρεπε οι δημοτικές αρχές να είναι πολύ πιο προσεκτικές στον καιρό της αμφισβήτησης των πολιτών, αλλά και στο “κάψιμο” της ίδιας της αποστολής του θεσμού.

Εφημερίδα η "Η Δημοκρατική της Ρόδου"

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Το Μίσος για τη Δημοκρατία

«Αιώνιοι εκλεγμένοι που συσσωρεύουν ή εναλλάσσουν αξιώματα δημοτικά, νομαρχιακά, νομοθετικά ή υπουργικά και συνδέονται με τον πληθυσμό χάρις στον ουσιώδη δεσμό της αντιπροσώπευσης των τοπικών συμφερόντων. 
Κυβερνήσεις που φτιάχνουν οι ίδιες τους νόμους. 
Υπουργοί ή συνεργάτες υπουργών που βολεύονται σε δημόσιες επιχειρήσεις ή οιονεί δημόσιες επιχειρήσεις. 
Κόμματα που χρηματοδοτούνται από απάτες στις χρηματοδοτήσεις των δημοσίων έργων. 
Επιχειρηματίες που επενδύουν κολοσσιαία ποσά στην αναζήτηση μιας εκλογικής εντολής. 
Αφεντικά αυτοκρατοριών στον χώρο των ΜΜΕ που οικειοποιούνται τον έλεγχο των δημόσιων μέσων επικοινωνίας διαμέσου των δημόσιων αξιωμάτων τους».
Ζακ Ρανσιέρ,
(καθηγητής φιλοσοφίας στο European Graduate School της Ελβετίας και ομότιμος καθηγητής στο πανεπιστήμιο στο Παρίσι)

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

...ο αέρας μυρίζει παλιούς μενεξέδες

 ...Και κάθε φορά που έβαζα ένα δίσκο στο γραμμόφωνο, καταλάβαινα ότι δεν ξαναρχίζει ποτέ κανείς δυο φορές.
Και μόνον ο χρόνος είναι γενναιόδωρος μοιράζοντας σε όλους τη σκοτεινή λησμοσύνη του,
Λοιπόν ποια πράξη μας θα βαρύνει την ήμερα της Κρίσεως; 
Ποιος θα σηκωθεί να μας υπερασπίσει ή έστω να κάνει μια μικρή 
αναφορά στ' όνομά μας;
Έρημα βράδια και νυχτερινοί δρόμοι που συναντήσαμε τις σκιές εκείνων που τόσο θέλαμε να ξεχάσουμε!
Ώσπου στο τέλος κερδίζει μόνο οποίος χάνει: πανάρχαιη, ανεξήγητη ανταμοιβή.
Έτσι, απόψε που σκοτείνιασε και δεν έχουμε πουθενά να πάμε, ας κάνουμε ένα ταξίδι στα περασμένα. Τι θα βρούμε; 
' Αγνωστο. 
Γι' αυτό καλύτερα μην το διακινδυνεύσουμε, ας γυρίσουμε προς τον τοίχο τις φωτογραφίες των νεκρών κι ας κοιμηθούμε λίγο. 
Αφού όλα είναι ανώφελα κι εδώ που ζήσαμε θα κατοικήσει κάποτε η λήθη.

Τάσσος Λειβαδίτης "Ίνα πληρωθεί το ρηθέν…"

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Απορίες εις την νιοστή

 Γιατί ένα γλωασικό πρόβλημα το έχουμε...
Απορία πρώτη
' Οταν λέμε την λέξη “αξιοποίηση”, εννοούμε και το περίφημο “αξιοποίηση των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων;”
Ξέρετε...αυτές τις μεγαλοπρεπείς και πανάκριβες που όταν τις χτίζανε μας έλεγαν ό,τι θα τις αξιοποιήσουν.
Αυτά τα κτίρια που ρημάζουν 9 χρόνια τώρα ( δεν είχαμε κρίση πάντα...μες την ανάπτυξη είμασταν κατά πως μας έλεγαν...), τα πιο τυχερά από αυτά φιλοξενούν σήμερα υπουργεία και μόλις ένα από τα υπόλοιπα έχει γλυτώσει από από τα χέρια του Εφραίμ και της παραγεγραμμένης παρέας του.
Αξιοποίηση δεν το λέγανε όλο αυτό το πανηγύρι των εργολάβων του 2004; 
Πως θα τις συναντήσουμε μπροστά μας τα επόμενα χρόνια τις επενδύσεις; 
Τον χάσανε προφανώς τον δρόμο, γιατί δεν τις συνάντησε κανείς.
Οι τουρίστες που θα γέμιζαν απ' άκρη σ' άκρη τη χώρα, για να δουν που γεννήθηκαν οι Ολυμπιακοί αγώνες, κάπου κι αυτοί έχασαν το δρόμο, οι επενδύσεις που περιμέναμε δεν ήρθαν και όλα τα σημάδια εξακολουθούσαν πεισματικά να δείχνουν το αυτονόητο. Ότι χρειάζεται σοβαρότητα και πρόγραμμα εκτός από το σόου.
Η ανεπάρκεια των πολιτικών, να ανταποκριθούν στην περίφημη λέξη που τόσο αγάπησαν αυτές τις ημέρες, στην λέξη “αξιοποίηση”, μέσα από το τρανό παράδειγμα της αποτυχίας τους με τα ολυμπιακά ακίνητα.
Ούτε να διαχειρισθούν έξυπνα, ούτε να αξιοποιήσουν είναι ικανοί. Λογικό να βγάζουν από την κασέλα αυτοί πωλητήρια κι εμείς να τους θεωρούμε ικανούς για το μόνο πράγμα που μπορούν να κάνουν,μη έχοντας εμπιστοσύνη στις ερμηνείες της λέξης που δίνουν.
  
Aπορία δεύτερη
Μήπως άραγε όταν λέμε "αξιοποίηση" εννοούμε: "βγάζουμε κάποτε τις σκαλωσιές" από το Castello;
Η λέξη- το λέει και το λεξικό-, σημαίνει: 
1. Εκμεταλλεύομαι όσο καλύτερα μπορώ. 
2. Χρησιμοποιώ όσο καλύτερα μπορώ.
Οι περισσότεροι από εμάς που είχαμε έστω και μία φορά την ευκαιρία να επισκεφτούμε μία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, είδαμε τη σπουδή με την οποία οι Γάλλοι, οι Γερμανοί ή οι Βρετανοί, για παράδειγμα, προωθούν και φροντίζουν τον πολιτισμό και τα μνημεία τους.
Τα αξιοποιούν! Και δεν χρειάζονται γι' αυτό ούτε επενδυτές, ούτε fast track.
Παιδεία πολιτισμού χρειάζεται, αισθητικής και πολιτική βούληση.
'Αγνωστες λέξεις στο μεταπολιτευτικό μας λεξιλόγιο.

Απορία τρίτη
Μήπως άραγε "αξιοποίηση" μπορεί να σημαίνει: "αναδεικνύω την ιστορία του τόπου μου" μέσα από τα αρχιτεκτονικά της μνημεία;
' Οχι.Τελικά. Η ελληνική πολιτική ηγεσία δε θέλησε ποτέ να αξιοποιήσει ούτε αυτή την περιουσία-κληρονομιά του ελληνικού δημοσίου.
Αδιάφορη, έβλεπε τον πολιτισμό και την ιστορία του τόπου να καταρρέουν στη φθορά του χρόνου και της λήθης ή κάποια που πεισματικά αντιστέκονταν, να παίρνουν το δρόμο του πλειστηριασμού, γιατί κάποιοι θεώρησαν ό,τι η περιουσία αυτή είναι η κληρονομιά που τους άφησε η γιαγιά τους υποθηκευοντάς τα.
Γιατί "αξιοποίηση" για τις κατά καιρούς κυβερνήσεις ή δημοτικούς άρχοντες,είναι μια λέξη που αφορά μόνο το Ελληνικό, τις μαρίνες, τα λιμάνια, τις εκτάσεις για Γκολφ. Στα χαρτιά κι αυτά...
Μόνο στην έσχατη ανάγκη το ελληνικό κράτος θυμάται την περιουσία του, ή καλύτερα ό, τι απέμεινε από αυτήν, ψάχνοντας εμίρηδες από το Κατάρ να την διαχειρισθούν.
Απορίες εις την νιοστή αν κοιτάξει κάποιος γύρω του. Θα βρει την λέξη “αξιοποίηση” να έχει μείνει “αναξιοποίητη” και κάποιους να ψάχνουν μέτρα για την τόνωση και επιμίκυνση του τουρισμού, σε καινούργια λήμματα.
Γιατί κάτι πρέπει να λένε καινούργιο...Να παράγουν έργο λέξεων και εντυπώσεων. 
Καινούργιο κοσκινάκι μου και που να σε κρεμάσω ο “εναλλακτικός” τουρισμός.
Λες κι όσοι θα πάνε να κάνουν tracking για παράδειγμα στον Προφήτη Ηλία δεν θα τους βγάλει μάτι το Σανατόριο ή η Villa  De Vecchi κουνώντας με θλίψη το κεφάλι τους.
Εκτός αν τα γκρεμίσουν για να μην... ενοχλούν την αισθητική ημεδαπών τε και τουριστών έτσι ερείπια που κείτονται...

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Και τ' όνειρο καπνός

Καπνός και στάχτη το... όνειρο του κ.Στουραίτη, που πίστεψε ό,τι ο αντικαπνιστικός νόμος μπορεί να θυμίσει -έστω βιαίως- σε κάποιους το αυτονόητο. ' Ο,τι δηλαδή δεν καπνίζει ουδείς νοήμων σε χώρους Νοσοκομείου.
Η παιδεία δυστυχώς δεν αναπληρώνεται με νόμους... 
Αυτή αποκτάται παιδιόθεν με ευθύνη της οικογένειας, για να συμπληρωθεί και να εμπλουτισθεί αργότερα στο σχολείο με ευθύνη της πολιτείας. 
Τα σχολεία βέβαια “τεκέδες”, με καθηγητές να κάνουν πως δεν βλέπουν μαθητές να καπνίζουν στους χώρους του σχολείου και με τους ίδιους τους καθηγητές να ντουμανιάζουν σε διαδρόμους, γραφεία και αυλές, δεν είναι και ότι καλύτερο παρέχει ως αντικαπνιστική παιδεία.
Δεν ξέρω τι τύχη θα έχει η επιστολή του κ.Στουραίτη που απευθύνει στον πρωθυπουργό.
Yπάρχει ελπίδα, όχι μόνο γιατί ο ίδιος είναι φανατικός αντικαπνιστής και sportman με τα κανό του και τα ποδηλατά του, αλλά και γιατί εξάντλησε όλη του την ενέργεια και πυγμή για την εφαρμογή του νόμου, μιας και είχαμε λύσει όοοοολα τ' άλλα.
Το μόνο σίγουρο είναι ό,τι δεν θα έχει καμία τύχη απάντησης από τον αρμόδιο περί της Υγείας υπουργό. Είναι αυτός πρώτος που γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του τον ίδιο του τον νόμο.
Διαβάζουμε στην Ελευθεροτυπία (14 Φεβρουαρίου 2011) :
Ο κ. Λοβέρδος ζήτησε πρόσφατα να καπνίσει εντός εστιατορίου, του αρνήθηκαν, εκείνος επέμεινε κι όταν του πρότειναν να το κάνει στην αυλή, όπως όλοι οι υπόλοιποι θνητοί, έδειξε τη δυσαρέσκειά του, ζήτησε αμέσως λογαριασμό κι έφυγε!”
Οπότε κύριε Στουραίτη, τα λόγια κομμάτια καπνός ο νόμος. Πάει να παίζουν τις κουμπάρες όπως λέτε, χωρίς να φουμάρουν ένα τσιγαράκι;Το πολύ πολύ να ανταποκριθεί στο καλεσμά σας Ελάτε να καπνίσουμε όλοι μαζί στο Νοσοκομείο της Ρόδου!

Υ.Γ. Πριν γυρίσει το μάτι θεριακλήδων και αρχίσουν να μιλούν περί ρατσισμού και άλλα τέτοια, δηλώνω καπνίστρια που κάνει βόλτες στο πεζοδρόμιο ή στη βεράντα του Ρουβήμ, μιας και αποφάσισε ο νόμος του κ,.Λοβέρδου έτσι, και άσχετα αν διαφωνώ, θεωρώντας το μέτρο καθαρά εισπρακτικό και άκρως υποκριτικό...)

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Επάγγελμα: Αστροπώλης!

Φωτογραφείον «I. Καλλιγέρη» - Αιόλου 75, λέει πίσω η παλιά φωτογραφία. Κι από κάτω, γραμμένο από τη μάνα μου: Απόκριες 1950, η Ρούλη τριών ετών, ντυμένη ανθοπώλις.
΄Ηταν πολύ της μόδας τότε η στολή της ανθοπώλιδας για τα κοριτσάκια. Όμως το αγγελάκι μας – ναι, αγγελάκι, τι άλλο μπορεί να ήταν ένα τέτοιο χαρισματικό παιδάκι, που μας έφερε τόση χαρά εκείνα τα μίζερα χρόνια, με τον εμφύλιο να κατατρώει τα όνειρα της απελευθέρωσης – το αγγελάκι λοιπόν δεν ήθελε να λένε τη στολή του έτσι. Ζήτησε μάλιστα να έχει αστέρια στο καλαθάκι, όχι λουλούδια. Γιατί είχε κιόλας αποφασίσει τι θα γινόταν σα θα μεγάλωνε:
- Αστροπώλης! έλεγε με καμάρι. 
- Αρτοπώλης μήπως εννοείς; Φούρναρης; τη ρωτούσαμε.
- Όχι! Αστροπώλης σάς λέω! Θα πουλάω τ’ άστρα τ’ ουρανού!
- Και πόσο θα τα πουλάς; γελούσαμε.
          Το αγγελάκι σήκωνε τους ώμους.
- Χωρίς λεφτά, έλεγε. Θα τα δίνω έτσι, για να έχει όλος ο κόσμος!
         Αν πρόλαβε να δώσει σε όλους αστέρια όσο ήταν στη γη δεν το ξέρω, τη δική μας τη ζωή πάντως τη φώτισε σαν αστέρι σαράντα οκτώ χρόνια και κάτι. Τα όσα ζήσαμε προσπάθησα να τα χωρέσω σ’ ένα βιβλίο, Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια  (*) το είπα. Και πιστεύω πάντα ότι και στον ουρανό που γύρισε, αυτό είναι το επάγγελμά της.
         Αν λοιπόν κάποια νύχτα  δεις ένα αστέρι να πέφτει, να ξέρεις ότι μπορεί να είναι για σένα. ΄Ισως προσπαθεί να σου το στείλει ένα αγγελάκι που ήθελε κάποτε να γίνει αστροπώλης, για να μοιράζει τ’ άστρα τ’ ουρανού δωρεάν.
Λότη Πέτροβιτσ-Ανδρουτσοπούλου
(Δημοσιεύτηκε στο Ημερολόγιο 2011 «Μια παλιά φωτογραφία», της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς)

Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια
Μια ολόκληρη εποχή ζωντανεύει στις σελίδες αυτού του βιβλίου, μέσα από τα βιώματα, τις χαρές και τις λύπες µιας οικογένειας, που ζει στην καρδιά της Αθήνας τα χρόνια τα µεταπολεµικά και τη δεκαετία του 1950. Με γνώση και αντικειμενική ματιά, αλλά και σατυρική διάθεση, κέφι και χιούμορ, η γνωστή συγγραφέας περιγράφει σπαρταριστά γεγονότα µε φόντο την τότε κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου, καταγράφει πραγματικά περιστατικά, διηγείται µια αληθινή ιστορία µε ντύμα παραμυθιού, που κρατά ζεστή συντροφιά σε μικρούς και μεγάλους.