Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Και με το πληκτρολόγιο μπορώ...

Παρακολουθώ εδώ και καιρό πολιτικούς, εν δυνάμει πολιτικούς και "δορυφόρους" αυτών, από την στιγμή που εκδηλώθηκε η αντίδραση έως και η οργή ακόμη των πολιτών ΚΑΙ  μέσα από το διαδίκτυο.
Αντίδραση,οργή ,απαξίωση του πολιτικού συστήματος, από τότε που η όλο και η αυξανόμενη δυσοσμία των σκανδάλων,ανακατευόταν με ΔΝΤ, Μνημόνια,Τρόικες και ανασφάλεια για ένα μέλλον αβέβαιο,γκρίζο,αναξιοπρεπές.
Οι Μαυρογιαλούροι του διαδικτύου, ως δια μαγείας ξύπνησαν και θυμήθηκαν πως έχουν λογαριασμούς. 'Εσπευσαν με βαρύγδουπα status και σημειώσεις στους τοίχους τους,να εξαπολύσουν μύδρους εναντίον όσων αντιδρούσαν, αμφισβητούσαν ή οργίζονταν και κουνώντας το δάχτυλο, τους καλούσαν σε πάρτυ ενοχών, θυμιζοντάς τους πως "οι πολίτες φταίνε, γιατί αυτοί ψήφιζαν".
Την ίδια στιγμή βέβαια ΟΛΟΙ ομολογούσαν και αναλάμβαναν "τις ευθύνες τους", για το πολιτικό σύστημα που άφησαν τόσα χρόνια να γίνει αυτό που έγινε...
Οι Μαυρογιαλούροι του διαδικτύου, είναι αυτοί που απαξίωναν τους πολίτες του διαδικτύου, γράφοντας στα παλαιότερα των πληκτρολογίων τους, ερωτήματα ή παρατηρήσεις πολιτών ΜΗ απατώντας ΠΟΤΕ.
'Η αν απαντούσαν, ο διαχειριστής των λογαριασμών τους, το μόνο που έκανε ήταν να προσβάλει με τον τρόπο απαντησής του τον πολίτη που υπερέβαινε την "γραμμή" της πολιτικής του κόμματος που ευαγγελίζονταν.
Οι Μαυρογιαλούροι αυτοί, είναι που τώρα ω! του θαύματος παραξύπνησαν και δεν έχουν αφήσει τοίχο για τοίχο του οποίου ο ιδιοκτήτης τυχαίνει να έχει γιορτή ή γενέθλια.
'Εχουμε πάρει σφουγγαρίστρες και σφουγγαρίζουμε τα σάλια...
Είναι αυτοί που ω! του θαύματος θυμήθηκαν πως έχουν λογαριασμούς και άρχισαν να "στολίζουν" τους τοίχους τους, με φωτογραφίες που ξέθαψαν από "δράσεις" και "επαφές" τους με παντός είδους "επώνυμους".
Είναι αυτοί που δεν ξεχνούν ανελλειπώς και καθημερινώς πρωί, μεσημέρι, βράδυ να "like" σε όοοοοτι κυκλοφορεί στους τοίχους τους από τους "φίλους" τους.
Από ΖΗΤΩ έως ακόμη και σχόλια εκτός της κομματικής "γραμμής" τους.Σ' αυτά μπαίνουν στον κόπο να γράψουν κι ένα ΘΑ σε ένα ευγενέστατο κείμενο.
Τι e-mail τι inbox, τι αιτήματα από την άλλη άκρη της επικράτειας...
Τέτοια ζωντάνια! Τέτοια που έτσι μου'ρχεται να πάω να δώσω μεγαλύτερη, στέλνοντας στους τοίχους τους,ότι εφαρμογή κυκλοφορεί....

Αφιερωμένο εξαιρετικά στους Μαυρογιαλούρους του διαδικτύου το παρακάτω απόσπασμα του 'Αλέν Τουρέν από το βιβ λίο του "Μετά την κρίση".
Θα τους χρειαστεί για την μετεκλογική εποχή του διαδικτύου.' Οταν θα ξεχάσουν πάλι πως έχουν λογαριασμούς, όταν οι διαχειριστές τους δεν θα βάζουν με το σωρό "like",αλλά θα προσβάλουν τους εκτός κομματικής τους "γραμμής",όταν θα κουνούν το δάχτυλο στους αγανακτισμένους και οργισμένους διαδικτυακούς πολίτες.


 «Η δημοκρατία προέρχεται από τη διαμαρτυρία, από αυτούς που δεν έχουν να φάνε, που δεν έχουν ελευθερία, που δεν μπορούν να εκφραστούν, που δεν εκπροσωπούνται. 
Σήμερα, όσο πιο κάτω κατεβαίνετε τόσο περισσότερη ζωντάνια συναντάτε. 
Στη βάση διεκδικούμε δικαιώματα και από αυτή την άποψη το Διαδίκτυο είναι μια μεγάλη ευκαιρία. 
Τα κύματα περνούν από άνθρωπο σε άνθρωπο, η συζήτηση, η αγανάκτηση διαδίδονται και επιτρέπουν στον κόσμο να αποκτήσει συνείδηση του σκανδάλου και να κινητοποιηθεί. 
Οταν ακούμε για βασανιστήρια ή ότι μια γυναίκα πρόκειται να λιθοβοληθεί, μπορούμε να κινητοποιήσουμε τους ανθρώπους. 
Πάρετε ως παράδειγμα το κίνημα του Νο Berlusconi Day, στην Ιταλία, ή το Move On, στις ΗΠΑ. 
Καμία οργάνωση, κανένα κόμμα ή συνδικάτο δεν υποστήριξε αυτές τις αντιδράσεις· το Διαδίκτυο, όμως, κινητοποίησε χιλιάδες ανθρώπους.

Ποιος είναι ο ρόλος του πολιτικού;
«Ο ρόλος του πολιτικού είναι να το βουλώσει και να ακούσει τι συμβαίνει εκεί κάτω. Θα ανακαλύψει πως έχουμε πολλά κοινά, τη χρήση της λογικής, της επιστήμης, της τεχνολογίας, της παραγωγής, τόσα μέσα τα οποία οφείλει να χρησιμοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο».

Αλέν Τουρέν (Κοινωνιολόγος).
Απόσπασμα από το βιβλίο του "Μετά την κρίση".
Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία 15/9/2010
επιμέλεια της Βίκης Τσιώρου

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός...


«Σήμερα κρέμασα πάνω από το γραφείο μου τη μοναδική φωτογραφία ενός ελληνικού τοπίου που βρέθηκε, ολωσδιόλου τυχαία, μέσα σε κάτι χαρτιά. Τη φωτογραφία της μεγάλης άγκυρας του Πόρου. Την είχα κάνει ένα πρωί της άνοιξης του 40. Καθώς την κοιτάζω τώρα αισθάνομαι την ψυχή μου πλημμυρισμένη. Αλλά δεν είναι αυτά που μου χρειάζουνται: πελεκώντας τον εαυτό μας, έτσι γράφουμε.»

Ο ποιητής μου φορούσε κίτρινα πάνινα παπούτσια(...)
Το σπίτι του στην οδό Άγρας πίσω από το Στάδιο, απλό «σα νησιώτικο» όπως έλεγε ο ίδιος, με μια γοργόνα σε δικό του σχέδιο στο υπέρθυρο της εισόδου. Χώροι χωρίς πολυτέλεια, τα στοιχειώδη έπιπλα και παντού στους τοίχους βιβλία. Το σαλόνι και το γραφείο βγάζουν σε μιαν αυλίτσα με λίγα καχεκτικά φυτά στις παρυφές της και ένα μεγάλο χαμηλό τραπέζι στο κέντρο της γεμάτο κοχύλια και μια γλάστρα φουντωμένο βασιλικό στη μέση. Μικρή συντροφιά. Κάθομαι δίπλα του και με ρωτάει τι δυσκολίες έχω όταν γράφω. Του λέω πως μόνιμη δυσκολία μου είναι η γλωσσική διατύπωση. Πώς θα βρω τις κατάλληλες λέξεις που θα αποδώσουν με ακρίβεια τις σκέψεις και τα αισθήματά μου. «Αυτή είναι η ουσία της γραφής» μου απαντά. «Οι λέξεις είναι τα εργαλεία της. Φτάνει να έχεις κάτι να πεις. Δεν βλέπεις πόσο εύκολα γράφουν αυτοί που δεν έχουν να πουν τίποτα;».
Πιστεύω πως τα ημερολόγιά του ήταν περισσότερο μια καθημερινή άσκηση γραφής παρά ανάγκη καταγραφής συμβάντων και σκέψεων.

Παίρνει το Νομπέλ. Του γράφω ένα γράμμα και τον παρακαλώ να μην ξεχνά τα γραπτά του Αρτεμιδώρου. Μου στέλνει μια κάρτα από τη Στοκχόλμη και μου απαντά ότι δεν τα ξεχνάει.
Γυρίζουν και πάω να τους δω. Μου δείχνουν το μετάλλιο του Νομπέλ ολόχρυσο και μεγάλο σαν πιατάκι του καφέ και πολλές φωτογραφίες. Μιλούν και οι δυο μαζί για τη θερμή υποδοχή των Σουηδών, για την παιδική χορωδία που τους είπε «καλημέρα» το πρωί της απονομής, για τη συγκινητική μεγαλοπρέπεια της τελετής, αλλά και για την πρωτοφανή αγνόηση της βράβευσης από το ελληνικό κράτος. Κανείς στο σπίτι, στην απονομή του βραβείου, στο αεροδρόμιο. «Μα καλά δεν κατάλαβαν καθόλου ότι στο πρόσωπό μου βραβευόταν η Ελλάδα;» αναρωτιέται. (Τι να πω, ότι εκτός από αδαείς περί την τέχνην είναι και κόπανοι ως πολιτικοί;) Σκέψου ότι ακούστηκε και αυτό: «Ότι οι Σουηδοί μου έδωσαν το Νομπέλ επειδή πούλησα την Κύπρο στους Εγγλέζους!». Πρώτη φορά τον βλέπω να μιλάει τόσο ζωηρά με πικρία, απορία, αγανάκτηση και αηδία.
Έτσι ο λόγος του Χέντερλιν «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε έναν μικρόψυχο καιρό;» βρήκε επιτέλους το αληθινό του νόημα: Δεν χρειάζονται.

Δεν πρόλαβε να χαρεί την πτώση της χούντας. Ο θάνατός του μας κόστισε πολύ. Τον έκλαψα σαν δικό μου άνθρωπο. Βάλαμε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου τη φωτογραφία του και όλα του τα βιβλία που τα έφερα από το σπίτι. Έμπαινε κόσμος και γύρευε να τα αγοράσει. Ο Μανόλης πήγε στην κηδεία του και ήταν αυτός που, όταν τέλειωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, φώναζε: «Αθάνατος» και όλοι με ένα στόμα επανέλαβαν: «Αθάνατος».
Η Μαρώ έκοψε σύρριζα τη χρυσή κοτσίδα της και την έβαλε στο φέρετρό του. Το φέρετρο το κρατούσαν άνθρωποι που τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν. Έγινε μεγάλο λαϊκό προσκύνημα. Δικαιοσύνη.
Ο Χειμωνάς μού είπε ότι στο νοσοκομείο κάνα δυο μέρες πριν πεθάνει, τον είδε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Τι πιο ανθρώπινο;
Η τελευταία εικόνα του που μου έρχεται τώρα. Καλοκαίρι μεσημέρι στο σπίτι του. Είναι όρθιος, φοράει ριχτό πουκάμισο, κοντομάνικο και κατακίτρινα πάνινα παπούτσια που ταιριάζουν πολύ ωραία με το ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Μια νότα ροκ που ειρωνευόταν τη σοβαροφάνεια, τα κίτρινα πάνινα παπούτσια.
(Nόρα Αναγνωστάκη)

Υστερόγραφο

Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

Κύριε, όχι μ' αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούμενα σα μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες με τόσα χρώματα.
Κύριε όχι μ' αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
Στέκεται κει κολλημένα σε κίτρινα δόντια.

Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ' ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δε ξέρουνε πως είμαστε
ό,τι μπορούμε να είμαστε
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας,
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν' ανασαίνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
που βρίσκει τ' ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης.

Κύριε, όχι μ' αυτούς.
Ας γίνει αλλιώς το θέλημά Σου.



Αλληλεγύη
Είναι εκεί δεν μπορώ ν' αλλάξω
με δυο μεγάλα μάτια πίσω απ' το κύμα
από το μέρος που φυσά ο αγέρας
ακολουθώντας τις φτερούγες των πουλιών
είναι εκεί με δυό μεγάλα μάτια
μήπως άλλαξε κανείς ποτέ του.

Τι γυρεύετε; τα μηνύματα σας
έρχουνται αλλαγμένα ως το καράβι
η αγάπη σας γίνεται μίσος
η γαλήνη σας γίνεται ταραχή
και δεν μπορώ να γυρίσω πίσω
να ιδώ τα πρόσωπα σας στ' ακρογιάλι.

Είναι εκεί τα μεγάλα μάτια
κι όταν μένω καρφωμένος στη γραμμή μου
κι όταν πέφτουν στον ορίζοντα τ' αστέρια
είναι εκεί δεμένα στον αιθέρα
σα μια τύχη πιο δική μου απ' τη δική μου.

Τα λόγια σας συνήθεια της ακοής
βουίζουν μέσα στα ξάρτια και περνάνε
μήπως πιστεύω στην ύπαρξη σας
μοιραίοι σύντροφοι, ανυπόστατοι ίσκιοι.
Έχασε το χρώμα του πια αυτός ο κόσμος
καθώς τα φύκια στ' ακρογιάλι του άλλου χρόνου
γκρίζα ξερά στο έλεος του ανέμου.

Ένα μεγάλο πέλαγο δυό μάτια
ευκίνητα και ακίνητα σαν τον αγέρα
και τα πανιά μου όσο κρατήσουν, κι ο θεός μου.


Ἐπὶ Ἀσπαλάθων...



Εἶναι τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ Σεφέρη καὶ δημοσιεύτηκε στὸ Βῆμα (23. 9. 71) τρεῖς μέρες μετὰ τὸ θάνατό του στὴν περίοδο τῆς δικτατορίας. Τὸ ποίημα βασίζεται σὲ μία περικοπῆ τοῦ Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ. ἑ. ) ποὺ ἀναφέρεται στὴ μεταθανάτια τιμωρία τῶν ἀδίκων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Ἀρδιαίου. Ὁ Ἀρδιαῖος, τύραννος σὲ μία πόλη, εἶχε σκοτώσει τὸν πατέρα του καὶ τὸν μεγαλύτερό του ἀδερφό του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ τιμωρία του, καθὼς καὶ τῶν ἄλλων τυράννων, στὸν ἄλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Ὅταν ἐξέτισαν τὴν καθιερωμένη ποινὴ ποὺ ἐπιβαλλόταν στοὺς ἀδίκους καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ βγοῦν στὸ φῶς, τὸ στόμιο δὲν τοὺς δεχόταν ἀλλὰ ἔβγαζε ἕνα μουγκρητό. «Τὴν ἴδια ὥρα ἄντρες ἄγριοι καὶ ὅλο φωτιὰ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ καὶ ἤξεραν τί σημαίνει αὐτὸ τὸ μουγκρητό, τὸν Ἀρδιαῖο καὶ μερικοὺς ἄλλους ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, ἀφοῦ τοὺς ἔριξαν κάτω καὶ τοὺς ἔγδαραν, ἄρχισαν νὰ τοὺς σέρνουν ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ νὰ τοὺς ξεσκίζουν ἐπάνω στ᾿ ἀσπαλάθια καὶ σὲ ὅλους ὅσοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ ἐξηγοῦσαν τὶς αἰτίες ποὺ τὰ παθαίνουν αὐτὰ καὶ ἔλεγαν πὼς τοὺς πηγαίνουν νὰ τοὺς ρίξουν στὰ Τάρταρα». (Πλ. Πολιτεία 616).



Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.
Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες
τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι
δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια
καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.
Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν
ἀκόμη...

Γαλήνη
-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;
Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ
τ᾿ αὐλάκια.
Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος

31 τοῦ Μάρτη 1971


Για τον ποιητή φωτογράφο  που μέσα πό το φακό του αποτυπώνει  τόπους,ανθρώπους και περιστατικά που σημάδεψαν το ταξίδι της ζωής του στο λεύκωμα που εκδόθηκε από το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΤΕ.

http://www.miet.gr/web/gr/ekdoseis/more.asp?id=234

Ωκεανού καλέω νύμφην

Ωκεανού καλέω νύμφην, γλαυκώπιδα Τηθύν,

κυανόπεπλον άνασσαν, εύτροχα κυμαίνουσαν,

αύραις ηδυπνόοισι πατασσομένην περί γαίαν,

θραύουσ’ αιγιαλοίσι πέτρηισί τε κύματα μακρά,

ευδίνοις απαλοίσι γαληνιόωσα δρόμοισι,

ναυσίν αγαλλομένη, θηροτρόφε, υγροκέλευθε,

μήτηρ μεν Κύπριδος, μήτηρ νεφέων ερεβεννών

και πάσης πηγής νυμφών νασμοίσι βρυούσης

κλύθί μου, ω πολύσεμνε, και ευμενέουσ’ επαρήγοις,

ευθυδρόμοις ούρον ναυσίν πέμπουσα, μάκαιρα.
( "Θαλάσσης"Ορφικός ύμνος)

Επικαλούμαι την νύμφη του Ωκεανού, λαμπρόφθαλμη Τηθύν,

άνασσα μελανόπεπλο, γοργοβάδιστα που ανασηκώνει κύματα,

που σε γλυκόπνοες αύρες τρεμοσαλεύει στη στεριά,

και σπάζει τα μεγάλα κύματα σε ακρογιαλιές και βράχους,

που γαληνεύει σε απαλούς και νήνεμους δρόμους,

που ευφραίνεται απ’ τα πλοία, ω θηριοτρόφα, νεροτάξιδη,

μητέρα της Κύπριδος, μητέρα σκοτεινών νεφών

και των νυμφών κάθε πηγής πλημμυρισμένης με ύδατα.

Εισάκουσέ με, πολυσέβαστη, και ευμενής, βοήθα,

στα εύδρομα πλοία, πέμπουσα ούριον άνεμο, ω μακαρία.



Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Λάθος, κύγιε πγόεδγε...


 Από το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Μαρίας Ρεζάν “Με νοσταλγία… για μια ζωή έτσι, χωρίς πρόγραμμα”

 Συνομιλία του Καραμανλή με τον Μάνο Χατζιδάκι

Μια μέρα που τρώγαμε με τον Καραμανλή άρχισε να μιλάει ο Μάνος και δε σταματούσε. Και για όλα έφταιγε το Ελληνικό Δημόσιο. Άκουγε ο Σερραίος, που του είχε μεγάλη αδυναμία, όπως και του Τάκη Χορν, αλλά κάποια στιγμή δεν άντεξε. Γύρισε και του είπε: “Αμάν, βρε Μάνο μου. Κοντεύεις να μου βγάλεις σκάρτους τους μισούς υπουργούς μου…” Ατάραχος ο Μάνος, συνεχίζοντας το φαγητό του, απάντησε: “Λάθος, κύγιε πγόεδγε. Όχι, τους μισούς. Όλους…”

http://logomnimon.wordpress.com/2010/09/14/%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B9-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82-%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1/ 

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Oda al Mar

Γύρω από το νησί είν' η Θάλασσα- πόση Θάλασσα!
ξεχειλίζει κάθε τόσο
λέει ναι, λέει όχι, πάλι όχι, όχι
σε μπλε, σε αφρό, σε κύμα
λέει όχι, πάλι όχι
αδύνατο να μείνει ήρεμη
«με λένε Θάλασσα», λέει και ξαναλέει
χτυπώντας έναν βράχο που δεν πείθει
κι έπειτα μ' εφτά πράσινες γλώσσες
μ’ εφτά πράσινες τίγρεις
μ’ εφτά πράσινα τέρατα
μ’ εφτά πράσινες θάλασσες
τον χτυπάει τον φιλάει τον καταβρέχει
πάνω στο στήθος του χορεύει κι όλο λέει
τ’ όνομά της

Ώ Θάλασσα, αυτό ας είναι τ’ όνομά σου
ω φίλε ωκεανέ
μη χάνεις χρόνο και νερό
μη χτυπιέσαι
είμαστε άνθρωποι της ακτής, φτωχοί ψαράδες
κρυώνουμε και πεινάμε
κι είσαι συ ο εχθρός μας
μη χτυπάς τόσο δυνατά, μην ουρλιάζεις έτσι
άνοιξε τον πράσινο θησαυρό σου
και δώσε μας
το καθημερινό μας ασημένιο δώρο:
το ψάρι ημών το επιούσιο.
Πάμπλο Νερούντα

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Τίποτα δεν πάει χαμένο...

Στην Αλεξάνδρεια, όπου γεννήθηκα, περνούσε σχεδόν κάθε μέρα από το δρόμο που μέναμε ένας γεροβιολιτζής. Τον έχω ακόμα στο μυαλό μου, με την άσπρη κελεμπία του και τον άσπρο σκούφο του. Κρατούσε ένα χειροποίητο βιολί δικής του κατασκευής, με το οποίο έπαιζε με ένα δικό του μοναδικό τρόπο και παράλληλα τραγουδούσε. Θυμάμαι με τι λαχτάρα τον περιτριγυρίζαμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Ώσπου μια μέρα, ο πατέρας μου αγόρασε ένα από αυτά τα βιολάκια, γιατί αυτή ήταν η δουλειά του γέρου, πουλούσε τέτοια βιολιά. Από τότε βάλθηκα να μάθω βιολί, αλλά πού. Το όργανο αυτό έπαιζε μόνο στα χέρια του γέρου που το έφτιαχνε. Ώσπου βρέθηκα μια μέρα με ένα αληθινό βιολί και άρχισα κανονικά μαθήματα. Μετά ήρθε στο σπίτι -δώρο του θείου- μια κιθάρα και μετά αποκτήσαμε ένα πιάνο. Κόντευα πια να γίνω σπουδαίος μουσικός! Κάπως έτσι βρέθηκα μερικά χρόνια μετά να ξέρω αρκετή μουσική...
 
Μάνος Λοίζος "Ο γεροβιολιτζής"





Έλα κράτησέ με
και περπάτησέ με
μες στο μαγικό σου το βυθό
πάρε με μαζί σου
στο βαθύ φιλί σου
μη μ' αφήνεις μόνο, θα χαθώ..
Σ'ακολουθώ

΄Ελα κρατησέ με και περπατησέ με, σ' ένα κόσμο που έχει ανάγκη από όλα αυτά που είχαν τα τραγούδια σου.' Ολα αυτά που ήσουν εσύ και το μετέφερες σε μας μέσα από τα τραγούδια σου.
 Ρομαντικός, μελαγχολικός, τρυφερός, ευαίσθητος, γαλήνιος, ονειροπόλος και μαζί, μαχητικός και πεισματάρης .
' Εναν κόσμο που έχει ανάγκη ανθρώπους  που επιμένουν πεισματικά να ακολουθούν και να χρωματίζουν την καθημερινότητα όλων, δημιουργούς με ευαισθησίες, ήθος,αξίες,αισθητική σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής,  την ανάγκη για δικαιοσύνη, για ένα μέλλον καλύτερο.
Το νήμα της ζωής σου κόπηκε νωρίς,μια τέτοια μέρα του Σεπτέμβρη, αλλά πάντα θα μας θυμίζεις:
Τίποτα δεν πάει χαμένο
στη χαμένη σου ζωή,
τ’ όνειρό σου ανασταίνω
και το κάθε σου "γιατί".

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Και εγένετο Βία

Η Βία, η κατά τον Ησίοδο αδελφή του Κράτους ,του βγάζει γλώσσα εδώ και χρόνια μέσα από τα γήπεδα , τις κερκίδες κι έξω απ' αυτά.
Κι όλο συσκέπτεται το Κράτος για το χάλι της.
και προκριθήκαμε και σας δείραμε...
Και μαζεύονται αρμόδιοι και μεγαλοπαράγοντες και την "πατάσουν", την εξαφανίζουν, της "βάζουν το μαχαίρι" σε όλα τα κόκκαλα, την αφορίζουν,σχεδιάζοντας πάνω σε χαρτιά. Με μολύβι μάλλον και με τα παράθυρα ανοιχτά.
Και το μολύβι σβήνεται και τα χαρτιά τα παίρνει ο αέρας και τα μετατρέπει από το παράθυρο σε "έπεα πτερόεντα"
Αυτή τη φορά, αφού άκουσαν και διάβασαν στις εφημερίδες τα κατορθώματα της,(αν και είχε ονοματεπώνυμο όταν είχε μεταμορφωθεί σε πρωτοσέλιδα αθλητικών εφημερίδων,σε διαιτητές,σε μεγαλοπαράγοντες που φανάτιζαν και κήρυτταν πολέμους), αντί να πάνε στις διευθύνσεις αυτές να την ψάξουν και να την "δέσουν", προτίμησαν να  συγκεντρωθούν στο γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας. "Ανησύχησαν" όλοι για τον κακό δρόμο που έχει πάρει η αδελφή τους, και ανάμεσα στην πορτοκαλάδα πήραν το μολύβι  κι άρχισε να γράφει ο υπουργός «Θα το πατάξουμε το φαινόμενο, αλλά χρειαζόμαστε και την ομπρέλα σας», ο διευθυντής της αστυνομίας «η βία στα γήπεδα έχει αλλάξει ποιοτικά, καθώς στις τάξεις των χούλιγκαν έχουν παρεισφρήσει ομάδες αναρχικών και νεοφασιστών», έφεραν και την κυρία να μιλήσει που η αδερφή τους με την μολότωφ την έκανε "καινούργια", -οι κατά καιρούς νεκροί δεν παρέστησαν λόγω της γνωστής δυσκολίας- περίλυποι έβγαλαν φωτογραφίες και διαλύθηκαν ησύχως.
Ομπρέλα δεν ξέρω αν είχε πρόχειρη ο Προεδρος, αν είχε μολύβια αντί για μελάνι ανεξίτηλο κι αν είχε κλείσει τα παράθυρα.
Ξέρω πως είναι από τις λίγες φορές που θα συμφωνήσω με τον κ.Γιανναρά,σε πρόσφατο άρθρο του,στο οποίο γίνεται λόγος και γιατί το κράτος γράφει με μολύβια καιγιατί πετάει απ' τα παράθυρα ότι έχει σχέση μετην ποδοσφαιρική βία.
Ξέρω πως ο Ησίοδος δεν αναφέρει τυχαία το Κράτος, τον Ζήλο και την Νίκη ως αδέρφια της Βίας.
' Εχοντας πάρει πολλές μορφές , από εποχής Προμηθέα Δεσμώτη.
 Η Βία μαζί με το Κράτος είναι τα δύο πρόσωπα που ήδη στην πρώτη σκηνή της τραγωδίας, με διαταγή του Ηφαίστου καρφώνουν τον Τιτάνα Προμηθέα στον βράχο. Ο Ήφαιστος αναφέρει ευκρινώς ονοματεπώνυμα. "Η Βία είναι ο εκτελεστής των εντολών του Δία".

Απόσπασμα από το ενδιαφέρον άρθρο του Χρήστου Γιανναρά "Αν η ύφεση οδηγήσει σε έκρηξη"

"Κανένας δεν μπορεί να αποδείξει ότι εσκεμμένα η κομματοκρατία απεργάζεται με πολυμήχανες πρακτικές, την εξηλιθίωση των πολιτών – οι προθέσεις ποτέ δεν αποδείχνονται. Ξεγυμνώνονται ωστόσο από τη λογική διερεύνηση των κινήτρων που μπορούμε να διαβλέψουμε στις πρακτικές τους: Γιατί να ξοδεύουν ιλιγγιώδη ποσά σε προεκλογικές αφίσες, έντυπο χαρτομάνι, τηλεοπτικά «σποτς», πληρωμένες συμμετοχές τους σε συζητήσεις στην τηλεόραση; Μελέτες αγοράς τούς έχουν με σιγουριά βεβαιώσει ότι, ανεξάρτητα από το ποιοι είναι και τι λένε, ένας κρίσιμος για το εκλογικό αποτέλεσμα αριθμός απερίσκεπτων ψηφοφόρων θα τους ψηφίσει, μόνο επειδή είδε τη φυσιογνωμία τους, επανειλημμένα, επίμονα, σε αφίσες, σε έντυπα, στην τηλεόραση. Αποκτούν «αναγνωρισιμότητα», που θα πει: ο μικρονοϊκός πολίτης που ενεργεί με ορμέμφυτα και όχι κριτικά, τους αισθάνεται «οικείους», «δικούς» του, όπως και τους ποδοσφαιριστές της ομάδας «του». Και τους δίνει σταυρό προτίμησης. Ακόμα πιο εύκολα και πιο τυφλά ψηφίζει πρώην καλλονές της πασαρέλας, ηθοποιούς, μπασκετμπολίστες, προπονητές, δημοσιογράφους της τηλεόρασης.

Με ποια σκοπιμότητα και ποια κίνητρα οι κυβερνήσεις ξοδεύουν απίστευτο χρήμα κρατικό για να υποδαυλίζουν το ενδιαφέρον των μαζών για το ποδόσφαιρο; Γιατί τα ποδοσφαιρικά γήπεδα έχουν διεθνείς προδιαγραφές πολυτελούς κατασκευής και τα κρατικά νοσοκομεία τριτοκοσμικές; Ενδιαφέρει τους πολιτικούς η «ψυχαγωγία» των πολιτών περισσότερο από την περίθαλψή τους; Πληροφορήθηκαν ποτέ οι ψηφοφόροι τι στοιχίζει στο κράτος έστω και μόνο η αστυνομική προστασία κάθε ποδοσφαιρικού αγώνα και η δημοσιογραφική του κάλυψη, από τα κρατικά κανάλια; Γνωρίζουν οι πολίτες τα μυθώδη ποσά που πληρώνει η ΕΡΤ για δικαιώματα αναμετάδοσης ποδοσφαιρικών αγώνων ή για συμμετοχές (διαπόμπευσης του ελληνικού ονόματος) στους κρετινικούς διαγωνισμούς της «Γιουροβίζιον»;


http://yannaras.gr/2010/08/%CE%B1%CE%BD-%CE%B7-%CF%8D%CF%86%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9-%CF%83%CE%B5-%CE%AD%CE%BA%CF%81%CE%B7%CE%BE%CE%B7/

Φώτα, ήχος, κάµερες, Ακσιον. Εεεεεεεεεόπ

Τόσες πρόβες για ένα παπούτσι ούτε ο Στάιν στην Επίδαυρο δεν κάνει. Και πόση επιµέλεια, πόση φροντίδα. Το δε Μπι Μπι Σι πανταχού «παρόν κι αξούριστο», πού ΄λεγε κι ο Αυλωνίτης. Ολα τά ΄χε προετοιµάσει ο άγγλος υγιής δηµοσιογράφος. Πού θα είναι η θέση της µηχανής, πού ο πρωταγωνιστής - γιατρός, ένα πλάνο µε το πορτ µπαγκάζ να ανοίγει και να αποκαλύπτει παπούτσα φορεµένα, κι ατάκτως ερριµµένα, ο υπολογισµός της τροχιάς και ο µεσήλιξ ηθοποιός - γιατρός κάθιδρος να επαναλαµβάνει την εντελώς αυθόρµητη κίνησή του µέχρι τελικής πτώσεως. Την άλλη µέρα ήρθε το γύρισµα.

Ο Πρωταγωνιστής µε το υπόδηµα ανά χείρας. Ο Πρωθυπουργός στο έδρανο, οι δηµοσιογράφοι εφ' όπλου πένα, φώτα, ήχος, κάµερες, Ακσιον. Εεεεεεεεεόπ. Ο επαναστατηµένος-γιατρός-σταρ παίρνει φόρα, η αγγλίς κάµερα τον ακολουθεί µέχρι την εκσφενδόνιση και µετά µε την ίδια εγγλέζικη µαεστρία ακολουθεί το ιπτάµενο υπόδηµα κοινώς παπούτσι και...  Στοοοοοπ.  Πάµε πάλι.

Τι βλέµµα ήταν αυτό βρε ηλίθιε, πήγε να πει στ' αγγλικά ο τζέντλεµαν σκηνοθέτης αλλά τον πρόλαβαν οι µπράβοι. Του σβερκώσανε τον ηθοποιό - γιατρό, πώς να συνεχίσει το γύρισµα. Ετσι είµαστε εδώ στην υπό επιτήρησιν Ελλάδα, δεν αφήνουµε τον καλλιτέχνη να εκφραστεί ελεύθερα, τον συλλαµβάνουµε µε την παπούτσα στο χέρι. Την άλλη µέρα ο Ελλην, όχι δεν πήγε Ευελπίδων. Πήγε κανάλια. Εκανε ποδαρικό σ' όλες αυτές τις πρωινοµεσηµερατζούρες κυρίες µε τα βυζά όξω, και µέσα τους να κλείνουνε όλη την γκλίτερ βλακεία και µοναξιά του κόσµου. Και έγινε για ένα πρωί πρώτη µούρη στο Καβούρι.

Ο τζέντλεµαν πάλι, πήρε το αεροπλάνο του και πέταξε για το βροχερό Λονδίνο νικητής και τροπαιούχος, χώθηκε σε µια παµπ να πιει µια µπίρα, να ρευτεί τη νίκη του.

Τώρα, µε το τι είπε; τι εξήγγειλε; τι δεν εξήγγειλε; ο Πρωθυπουργός, λίγοι ασχολήθηκαν.

Ελάχιστοι. Εγώ προσωπικά µόνο τον Κύριο κύριο Παναγιωτόπουλο είδα να λέει ακριβώς τα ίδια µε αυτά που έλεγε και µια µέρα πριν τις δηλώσεις του κυρίου Παπανδρέου. Που σηµαίνει ούτε αυτός τον άκουσε. Κι αυτός το παπούτσι κοίταγε. Οπως όλοι µας.
Ολη η Ελλάδα να κοιτάει ένα παπούτσι, που πετάει ένας γιατρός, που τον τραβάει ένας Αγγλος και κάτι φουσκωτοί µπαγλαρώνουνε. Αν δεν είναι αυτό εικόνα οικονοµικής κρίσης, τότε είναι σίγουρα εικόνα εθνικής παράκρουσης που χρήζει άµεσης ιατρικής βοήθειας. Ποιο ΔΝΤ; Κάνα Διεθνές Ιατρικό Ταµείο υπάρχει να µας αναλάβει γιατί από το ΙΚΑ «Μην περιµένεις πιααα όλα τελειώσααανε».

Τά 'λεγα σ' έναν φίλο χθες βράδυ. Θυµηθήκαµε σε τι Ελλάδα-Ελπίδα µεγαλώσαµε, τι ονειρευτήκαµε, ποιοι µας πρόδωσαν και τι προδώσαµε. Τού 'λεγα πως το µόνο που αναγνωρίζω πια, είναι σε λίγες ξεχασµένες γωνιές το αττικό τοπίο. Μια ελιά, το χώµα κόκκινο, κάτι πεύκα να ραντίζουν τη γη βελόνες, κι αυτά τα ψιλόλιγνα σαν βαθύ πράσινο θαυµαστικό, τα κυπαρίσσια, να κρατάνε µε το λίκνισµά τους το µέτρο της ζωής.

Αλλά ο φίλος προβοκάτορας της τέχνης και του αισθήµατος, άρχισε τις ερωτήσεις.

  Πώς είναι ο στίχος του ποιητή για αυτά τα δέντρα;

Δεν του απάντησα κι άφησα το ποίηµα να ακουστεί µέσα µου βαθιά, µη µολυνθεί απ' τη συνάφειά του µε την αιθάλη.

«Κι αν ο αγέρας φυσά δεν µας δροσίζει Κι ο ίσκιος µένει στενός κάτω απ' τα κυπαρίσσια».

  «Ναι», µου λέει σαν να µε άκουσε. «Πολύ στενός ο ίσκιος κάτω απ' τα κυπαρίσσια, ποιον να πρωτοχωρέσει µια σταλιά δροσιά;». 

 "Το ιπτάµενο κι ο τζέντλεµαν" Του Σταμάτη Φασουλή "
ΝΕΑ 15.9.2010

  
Σημ:
Κι αν είναι να γίνει εθνικό φετίχ το παπούτσι ας γίνει τουλάχιστον το γυάλινο γοβάκι της Σταχτοπούτας.
Αυτό για να μην φαντάζει αλλού ντ' αλλού στην όλη λογική της χώρας η φωτογραφία της Σταχτοπούτας.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Ένας μικρότερος κόσμος

Αναζητώ μιαν ακτή να μπορέσω να φράξω
με δέντρα ή καλάμια ένα μέρος του ορίζοντα.
Συμμαζεύοντας το άπειρο, νά 'χω την αίσθηση:
ή πως δεν υπάρχουνε μηχανές ή πως υπάρχουνε πολύ λίγες
ή πως δεν υπάρχουν στρατιώτες ή πως υπάρχουνε πολύ λίγοι
ή πως δεν υπάρχουνε όπλα ή πως υπάρχουνε πολύ λίγα,
στραμμένα κι αυτά προς την έξοδο
των δασών με τους λύκους
ή πως δεν υπάρχουνε έμποροι ή πως υπάρχουνε πολύ λίγοι
σε απόκεντρα σημεία της γης
όπου ακόμη δεν έγιναν αμαξωτοί δρόμοι.
Το ελπίζει ο Θεός
πως τουλάχιστο μες στους λυγμούς των ποιητών
δεν θα πάψει να υπάρχει ποτές ο παράδεισος.

Νικηφόρος Βρεττάκος


Καίτοι πῶς χρὴ ταύτην τὴν πολιτείαν ἐπαινεῖν ἢ στέργειν

Διαβάζω:
"Η Διεθνής Ημέρα Δημοκρατίας εορτάζεται κάθε χρόνο στις 15 Σεπτεμβρίου.
Ξέρετε... Δημοκρατία.
Tο πολίτευμα όπου η εξουσία πηγάζει από τον λαό, ασκείται από τον λαό και υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού.
H οποία Διεθνής ημέρα γιορτάζεται κάθε χρόνο ,σε όλα σχολεία, με απόφαση (το 2008) του Υπουργείου Παιδείας  με  διαγωνισμούς έκθεσης και ζωγραφικής, με βραβεία, που αθλοθέτησε η Βουλή των Ελλήνων.
Και η οποία Δημοκρατία κατά γενική ομολογία δικών και ξένων γεννήθηκε στην Ελλάδα.
Να την γιορτάσουμε λοιπόν με Ισοκράτη.
Aφιερωμένα  στους εορτάζοντες στην Βουλή των Ελλήνων, δύο αποσπάσματα από τον " Ισοκράτους Αεροπαγιτικόν"

Καίτοι πῶς χρὴ ταύτην τὴν πολιτείαν ἐπαινεῖν ἢ στέργειν τὴν τοσούτων μὲν κακῶν αἰτίαν πρότερον γενομένην, νῦν δὲ καθ’ ἕκαστον τὸν ἐνιαυτὸν ἐπὶ τὸ χεῖρον φερομένην; πῶς δ’ οὐ χρὴ δεδιέναι μὴ τοιαύτης ἐπιδόσεως γιγνομένης τελευτῶντες εἰς τραχύτερα πράγματα τῶν τότε γενομένων ἐξοκείλωμεν;

Οἱ γὰρ κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον τὴν πόλιν διοικοῦντες κατεστράφησαν πολιτείαν οὐκ ὀνόματι μὲν τῷ κοινοτάτῳ καὶ πραοτάτῳ προσαγορευομένην, ἐπὶ δὲ τῶν πράξεων οὐ τοιαύτην τοῖς ἐντυγχάνουσι φαινομένην, οὐδ’ ἣ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπαίδευε τοὺς πολίτας ὥσθ’ ἡγεῖσθαι τὴν μὲν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν, τὴν δ’ ἐξουσίαν τοῦ ταῦτα ποιεῖν εὐδαιμονίαν, ἀλλὰ μισοῦσα καὶ κολάζουσα τοὺς τοιούτους βελτίους καὶ σωφρονεστέρους ἅπαντας τοὺς πολίτας ἐποίησεν.

Tουτέστιν μεθερμηνευόμενον:

Πως γίνεται να επαινούμε και να ευνοούμε αυτό το πολίτευμα που έγινε η αιτία τόσων κακών και σήμερα φαίνεται να πηγαίνει προς το χειρότερο; Πως γίνεται να μην φοβόμαστε ότι, αφού η κατάσταση πάει προς το χειρότερο, δεν θα καταντήσουμε σε κατάσταση ακόμα πιο άσχημη από την εποχή εκείνη;

Διότι εκείνοι που διοικούσαν την πόλη τότε (αναφέρεται στην εποχή του Σόλωνα και του Κλεισθένη), δεν δημιούργησαν ένα πολίτευμα το οποίο μόνο κατ’ όνομα να θεωρείται το πιο φιλελεύθερο και το πιο πράο από όλα, ενώ στην πράξη να εμφανίζεται διαφορετικό σε όσους το ζουν• ούτε ένα πολίτευμα που να εκπαιδεύει τους πολίτες έτσι ώστε να θεωρούν δημοκρατία την ασυδοσία, ελευθερία την παρανομία, ισονομία την αναίδεια και ευδαιμονία την εξουσία του καθενός να κάνει ό,τι θέλει, αλλά ένα πολίτευμα το οποίο, δείχνοντας την απέχθειά του για όσους τα έκαναν αυτά και τιμωρώντας τους, έκανε όλους τους πολίτες καλύτερους και πιο μυαλωμένους.