Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Τ' Ασκληπιό θυμάται



Στα καφενεία των χωριών πετυχαίνεις τις καλύτερες συζητήσεις. Με την καλύτερη, αυτή που κάνει αναδρομές στο παρελθόν και μέσα από προσωπικές ιστορίες και περιστατικά, συμπληρώνεις το πάζλ της ιστορίας του τόπου σου. Ρίχνεις κι άλλο φως σε ιστορικά γεγονότα. Ένα τέτοιο, σαν το σημερινό της ενσωμάτωσης, στάθηκε αφορμή για να θυμηθούν οι παππούδες και οι γιαγιάδες στ’ Ασκληπειό, τότε παιδιά, περιστατικά, συναισθήματα, εικόνες. ‘Ελεγε ο ένας, συμπλήρωνε ο άλλος… Δύσκολο να αποτυπώσεις μια ζωηρή κουβέντα για όλα αυτά σε γραπτό. Θα κάνω μια προσπάθεια να σας μεταφέρω μερικές απ’ αυτές τις εικόνες που ξαναέφεραν στο νου τους οι συμπαθέστατοι παππούδες και γιαγιάδες τ’ Ασκληπειού. Τους ευχαριστούμε που μοιράστηκαν θύμησες μαζί μας.
Ιωάννης Βασ. Σαμαρής ( ο πιο μεγάλος της παρέας γεννημένος το 1926)
560 χρόνια οι Τούρκοι μας επήραν τα χωράφια. 30 χρόνια οι Ιταλοί έφτιαξαν όλα αυτά τα κτίρια που βλέπουμε στο Ρόδο, έφτιαξαν κτηματολόγιο και έδωσαν τίτλους,'εφτιαξαν μύλους, νοσοκομείο, την Καίρ, εργοστάσιο ζάχαρης, μακαρονοποιία, κινηματογράφο, είχανε εικόνισμα το δάσος, έφεραν γεωπόνους μας έλεγα τι να φυτεύουμε (τα δικά τους φυτά ) και πόσο κάθε οικογένεια 
 Όμως δεν θέλαμε να γίνουμε Ιταλοί. Οι γονείς μας, οι παππούδες μας, μας έκαναν να μισούμε τους  Ιταλούς.
Ο πατριωτισμός… Μια μέρα λασπώσαμε την ταμπέλα στο σχολείο μας. « Scuοla elementare municipale di Asclipio» έγραφε η ταμπέλα στο σχολείο. ‘ Ηρθε η αστυνομία από το Γεννάδι και πήγε στους πατεράδες μας. «Παιδιά είναι» τους είπαν και τελικά συμφώνησαν και την έφτιαξε πάλι ένας γονιός. Για να κρατήσουμε τη γλώσσα μας, ο πατέρας μου που ήταν Δήμαρχος, πήγαινε στη Μητρόπολη και έφερνε χρήματα που κρυφά έστελναν από το Προξενείο, για να πληρώσουμε τους δασκάλους (όλα κρυφά γινόντουσαν) Μέχρι που κάποτε έγινε αντιληπτός- υπήρχαν και προδότες-  και ήρθε ο Κυριάκος ο Ψινθενιός που ήταν καραμπινιέρος –αλλά καλός άνθρωπος- και του είπε «ετοιμάσου για το καθάρσιο». ' Ηταν η ποινή που απειλούσαν με θάνατο οι Ιταλοί. Αλλά ευτυχώς δεν έγινε τίποτε.
Θυμάμαι μια μέρα, ο επιθεωρητής του σχολείου μου είπε «γονάτισε στο Μουσολίνι και θα σε στείλουμε να σπουδάσεις στην Πίζα». Αν συμφωνούσε ο πατέρας μου ποιος ξέρει που θα’ μουνα τώρα. ‘ Όταν τέλειωσα το σχολείο είχα σε όλα 10. Με χαρά το πήγα στον πατέρα μου. Το πήρε και το τσαλάκωσε. Δεν ήθελαν…
‘ Ηταν 5 Μαίου του ’45, Πάσχα μες την εκκλησία, όταν μάθαμε ότι παραδόθηκε η Γερμανία. Αναστατώθηκαν όλοι μα κανείς δεν πήρε την απόφαση να σηκώσει την ελληνική σημαία πάνω. Βγήκαν έξω και φιλιόντουσαν. ‘ Ηρθαν οι Εγγλέζοι μέχρι το ‘47 και δεν έλεγαν να φύγουν από το νησί. Πολλοί σκέπτονταν, αν έμεναν κι άλλο οι Εγγλέζοι να βγούνε στο βουνό.
Στέργος Ποντικίνας (αναγνώστης Ασκληπειού)
Εκείνο που θα θυμάμαι είναι η πείνα που πέρασα σαν παιδί στον πόλεμο. Τα μεγαλύτερα αδέρφια μου έστελναν συρτές να πιάσουμε ελάφια και λαγούς στο βουνό για να φάμε. Το κρέας το αλλάζαμε με σιτάρι. Ευτυχώς, ήταν μια καλή γυναίκα Αυστριακιά, παντρεμένη με το δασοφύλακα και μας ειδοποιούσε για ελέγχους και εφόδους που έκαναν οι Γερμανοί.
Την ημέρα της ενσωμάτωσης την θυμάμαι. Θα’ μουνα 10-12 χρονών . Υπήρχαν εδώ δυο αυτοκίνητα. Φορτώσαμε όλους τους χωριανούς και πήγαμε στη Ρόδο. Στο δρόμο τραγουδούσαμε το «κορόϊδο Μουσολίνι» (τραγουδάνε όλοι μαζί και μου τονίζουν αυτό να μην ξεχάσω να το γράψω).‘ Ηταν η δική μας προσβολή, η προσβολή του ‘ Ελληνα στους Ιταλούς. 
Γυρίζαμε με τα ποδήλατα τη Ρόδο, ελεύθεροι πολίτες πια!
Βασίλης Διακογιάννης
‘ Ημουν 8-10 χρονών. Εμάς τα παιδιά μας αγαπούσαν οι Ιταλοί. Αλλά στο σχολείο ήταν αυστηροί. Θυμάμαι μια μέρα κάναμε έπαρση της σημαίας στο σχολείο και τραγουδούσαμε. Στο σχόλασμα, έρχεται ο Στέργος ο Νικολάκης, μας φωνάζει και μας παίρνει σπίτι του. Ανοίγει το μπαούλο και βγάζει ένα πιάτο που είχε ζωγραφισμένη την ελληνική σημαία. Μας λέει : «αυτή είναι η σημαία μας, όχι αυτή που προσκυνάτε». Εγώ ήξερα Ιταλικά αλλά δεν ήθελα να τα μιλάω.
Είμαστε στο θέρος, είχαμε κάποιο Ιταλό, μου μίλαγε ο Ιταλός τίποτε εγώ. «Μίλα του» μου έλεγε ο πατέρας μου «αφού ξέρεις ιταλικά». «΄Οχι δεν μιλώ» του είπα.
Πως μάθαμε ελληνικά… Ερχόταν κάποιος παπά-Βαγγέλης από τη Λάρδο. Μ’ αυτόν μάθαμε τα πρώτα γράμματα.To α, το β. Χωρίς να βαστούμε βέβαια βιβλία. Αλλά οι γονείς μας έδιναν βιβλία στο σπίτι.
Επειδή θέλαμε να μάθουμε ελληνικά ( συμπληρώνει ο κ.Στέργος) μετά την απελευθέρωση το 45-47 σκάβαμε το χωράφι του δασκάλου του Κούρτη και για αντάλλαγμα μας έκανε μάθημα.
Ζήσαμε δυο κατοχές. Με τους Ιταλούς περάσαμε καλά σαν παιδιά. Θυμάμαι πήγα μια φορά- σαν πιτσιρίκια που ήμασταν- στους Γερμανούς να πάρω μια σοκολάτα. Οι Ιταλοί μας έδιναν σοκολάτες. Οι Γερμανοί γύρισαν το όπλο πάνω μου και με έδιωξαν. Θυμάμαι ακόμη τι φράση που μου είπαν ( λέει μια φράση στα Γερμανικά) είναι τα μόνα που ξέρω γερμανικά.
Δέσποινα Εμμ. Πλαστρούγκη
Πήγα σχολείο, με δάσκαλο τον Κούρτη. Αλλά ήταν αράθυμος. Την πρώτη μέρα μου έριξε κάτι χαστούκια… Κοκκίνησαν τα μαγουλά μου. Δεν ξαναπήγα σχολείο…
Οι Ιταλοί μας πρόσεχαν. Με τους Γερμανούς υποφέραμε. Πεινάσαμε πολύ.  ‘Ημασταν έξι παιδιά και μαλώναμε ποιο θα πρωτοφάει από μια χούφτα λόπια που έφτιαχνε η μάνα μου. Πηγαίναμε και μαζεύαμε, κάτι κόκκινο (σαν αρρώστια) που βγαίνει πάνω στις μυρτιές, και το τρώγαμε να κοκκινίσουμε που ήμασταν χλωμά όλα. 
Θυμάμαι ο αδερφός μου μια μέρα βρήκε κάτι αλεξίπτωτα. Τα έφερε και τραβάγαμε τις κλωστές απ’ αυτά να μπαλώνουμε τα ρούχα μας. Βολεύτηκε όλο το χωριό με κλωστές. Τέσσερις κόρες κάναμε την προίκα μας με τις κλωστές αυτές. ‘ Εχω φυλαγμένες ακόμη.
Εμμανουήλ Μαστρογιάννης
Παράπονο από τους Ιταλούς δεν έχω. Οι μεγάλοι το θεωρούσαν κακό, εγώ μικρός ήμουν 6-7 χρονών καλά περνούσα.
Το παράπονό μου είναι πως δεν έμαθα ιταλικά. ‘Εχασα τρία χρόνια στο σχολείο. Οι χωριανοί, έδιωχναν τους δασκάλους ή οι δάσκαλοι δεν άκουγαν τις διαταγές των Ιταλών και δεν μας έκαναν μάθημα.  Ότι και να μάθεις καλό είναι…
‘ Εχω κι άλλο ένα παράπονο. ‘ Ενα πρωϊνό, στο σχολείο ήμασταν, στον πόλεμο, ακούστηκε ένα δυνατό τράνταγμα. ‘ Ηταν ένα αεροπλάνο που έπεσε δίπλα στο χωριό με πέντε Αυστραλούς. Και μέχρι σήμερα, κανείς δεν βρέθηκε τιμής ένεκεν να βάλει σ’ εκείνο το σημείο μια τιμητική πλάκα. ‘
'Οταν ήρθε στ’ Ασκληπιό ο πρώτος Διοικητής ο Ιωαννίδης μαζί με τον Αντιβασιλέα τον Δαμασκηνό. μετά τη  ενσωμάτωση, ήμουν εγώ που ο δάσκαλος με έβαλε να πω «Ζήτω ο διοικητής μας κ. Ιωαννίδης». Είχα πιο δυνατή φωνή.
Βασίλης Σάνιος
Δούλευα από 15 χρονών. Στην αρχή στο εργοστάσιο που κάνανε κλωστές για τσουβάλια. Μετά στην Κάλαθο σε κάτι γαλαρίες.
Είχαμε χαρά την ημέρα της ενσωμάτωσης. Τόσα χρόνια σκλαβωμένοι… Θυμάμαι τότε στην απελευθέρωση, κάπου 20 Ασκληπενοί, πιάσαμε ένα Γερμανό και του είπαμε « θα μας πας στη Λίνδο με τ΄ αυτοκίνητο. Τώρα διατάσσουμε εμείς!». Μας πήρε και μας πήγε. Πήγαμε σε ένα γάμο… Μόνο που μετά γυρίσαμε με τα πόδια απ’ τα μισά γιατί μείναμε από βενζίνη.  Ποιος θα’ βαζε βενζίνη…
Μέχρι τότε η ζωή ήταν δύσκολη. Δεν είχαμε ούτε ένα γρόσι να αγοράσουμε κρέας. Οι Ιταλοί μας ήθελαν δούλους. Ξόδεψαν πολλά λεφτά πάνω στη Ρόδο, για να την ευπρεπίσουν, αλλά αυτό, γιατί ήθελαν να μείνουν για πάντα.
Και σήμερα; Πως αισθάνεστε σήμερα μια μέρα σαν αυτή;  
Εδώ η  απάντηση είναι κατηγορηματική: «Τώρα έχουμε ελευθερία» «Μπορούμε να μιλήσουμε». «Είμαστε ελεύθεροι, έχουμε  πατρίδα»
Xωρίς όμως να λείπει ένα «αλλά» : «Αλλά μας στέλνουν χαράτσια…» «Μας έλεγαν θα έρθουν οι ‘Ελληνες και θα τρώτε με χρυσά κουτάλια. Αν μείνετε στους Εγγλέζους θα πεθάνετε. Και τώρα….»  «΄Ηρθαν λεφτά στη Ρόδο. Αλλά πάντα υπήρχαν και υπάρχουν κλέφτες…» « Πήραμε λεφτά για λιπάσματα. Βγάλαμε πολλά κιλά σιτάρι παραπάνω…  τώρα γέμισε ο τόπος φωτοβολταϊκά...» «Είχαμε εργοστάσια, τα πήραν όλα...τώρα μόνο ξενοδοχεία...»
Κι όλα τα «αλλά» και «τώρα», ειπωμένα με αξιοπρέπεια που δίνει μαθήματα… Μ'ένα παράπονο που πρέπει να ψάξεις να το βρεις, γιατί δεν σου δίνουν περιθώριο. Αν τους πιέσεις να σου πουν αλλάζουν κουβέντα.
Δεν σου επιτρέπουν, να αισθανθείς άσχημα - γιατί πολλοί απ'αυτούς τους ανθρώπους σίγουρα στερούνται και σήμερα τα αναγκαία στη δύση τους- κι αυτό να σταθεί αφορμή να λιποψυχήσεις για την πατρίδα.
Και μου έδωσαν ραντεβού στην εκκλησία. «Να έρθεις, θα κάνουμε δοξολογία για την ενσωμάτωση» κι έχει ο τόνος της φωνής τους υπερηφάνεια και χαρά όπως αυτή του θείου Στέργου όταν έλεγε " Γυρίζαμε με τα ποδήλατα τη Ρόδο, ελεύθεροι πολίτες πια!"...

Η Δημοκρατική της Ρόδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου