Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Je ne sais plus mon nom, je m'appelle Patrie!



Την ώρα που η Γαλλία κύρηττε εθνικό πένθος στις 22 Μαίου του 1885,για τον θάνατο του Victor Marie Vicomte Hugo,την ώρα που δύο περίπου εκατομμύρια κόσμου συνόδευσαν τον επιφανή νεκρό από την Αψίδα του Θριάμβου, όπου είχε τοποθετηθεί η σορός του, στο Πάνθεον, που ορίστηκε ως τελευταία του κατοικία ο Εμμανοήλ Ροίδης έγραφε για τον ποιητή και των συγγραφέα των παιδικών μας χρόνων.


Φίλτατε «Ραμπαγᾶ!» Μοὶ ζητεῖς ἄρθρον καὶ ἄρθρον μακρὸν ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Βίκτωρος Οὐγκώ!

Τί δύναταί τις νὰ γράψη, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐγράφη ἀπὸ πεντήκοντα σχεδὸν ἐνιαυτῶν περὶ τοῦ ὑψιπέτου τούτου τῆς λυρικῆς ποιήσεως ἀετοῦ; Κατὰ τὸ 1840 ὁ Balzac ἁπαντῶν πρός τινα νέον κριτικόν, ἀποκαλέσαντα ἔξοχον τὸν Οὐγκὼ ποιητήν, «Ἡ εἴδησις αὕτη, φίλε μου, ἔλεγεν, εἶναι παλαιά» καὶ ὁ Chateaubriand ἀπὸ τοῦ 1838 ἀναφέρων ἐν τοῖς προηγουμένοις τῶν ἱστορικῶν αὐτοῦ μελετῶν τὸν Richelieu τοῦ μεγάλου Γαλάτου ποιητοῦ, ἔγραφεν ὅτι διὰ τοῦ ἔργου τούτου θὰ ἠδύνατο πᾶς τις νὰ μάθη ὅ,τι ἔκτακτος μεγαλόνοια ἀνεῦρεν ἐν ὀδῷ ἀγνώστῳ εἰς τοὺς Κορνηλίους καὶ Ρακίνας.

Ἔκτοτε οἱ διαπρεπέστεροι τῶν Μουσῶν ἱεροθύται καθῆκον καὶ τιμὴν ἑκάστοτε ἐθεώρησαν νὰ καύσωσιν ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς τὸν ὀφειλόμενον λίβανον εἰς τὸν μέγαν τοῦτον τοῦ νέου Παρνασσοῦ ἱεροφάντην, εἰς ὃν πρώτην ἴσως φορὰν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Πινδάρου ἐδόθη τόσον δικαίως ἡ ποιητικὴ κότινος καὶ τοῦ ὁποίου τοὺς κροτάφους ἐστεφάνωσεν ἐπανειλημμένως, τῇ καθολικῇ ἐπιδοκιμασίᾳ, ἡ ροδομυρτοφόρος καὶ λυροκράτις Ἐρατώ.

Τίς καὶ τί νὰ προσθέσῃ εἰς μόνους τοὺς ὕμνους, τὰς ὡραίας εἰκόνας, τὰ θεῖα ἐπίθετα, τὰς θελκτικὰς πρὸς τὸν Οὐγκὼ τοῦ Theodore de Banville ᾠδάς; Εἶναι ἀνάγκη ἄρα γε νὰ παραλληλίσω αὐτὸν πρὸς πλανήτην! λησμονῶν ὅτι οἱ πλανῆται στεροῦνται ἰδίου φωτός, νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ὠκεανὸς ἐν τῷ πυθμένι τοῦ ὁποίου μαρμαίρουσι χάλικες!!! μαργαριτούχα ὄστρακα!!! κογχύλια, κοράλλια, σταλακτίται!!! καὶ ἐν ᾧ αὐλίζονται καὶ συμμίγνυνται μαλάκια, ἰχθύες, φάλαιναι, ἐχῖνοι, δράκοντες, κολοσσιαῖοι ὀκτάποδες καὶ ὅ,τι ἄλλο θαλάσσιον ζῷον εὑρίσκεται ἐν τῇ ζωολογίᾳ ἢ ν᾿ ἀποκαλέσω αὐτὸν τὸν τελευταῖον τῶν ἱπποτῶν!!! ἵνα παραστήσω τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἀνδρός;

Αἱ μακραὶ νεκρολογίαι, αἱ συνήθεις προσωπογραφίαι, αἱ τετριμμέναι σκιαγραφίαι, προκειμένου περὶ γιγάντων οἶος ὁ Βίκτωρ Οὐγκὼ, ἤκιστα, φρονῶ, ἐπιτυγχάνουσι τοῦ σκοποῦ των. Τὰ ἔργα τοῦ ἐκπνεύσαντος μεγάλου ποιητοῦ θὰ κρίνωσι διαφόρως πολλοὶ πολλῶν μελλουσῶν γενεῶν τεχνοκρίται, ὀλίγοι δὲ θὰ ἀρνηθῶσιν αὐτῷ τὴν πρώτην μεταξὺ τῶν λυρικῶν ποιητῶν θέσιν, καθὼς ὀλίγοι ἴσως θὰ θαυμάσωσι τὰς πολιτικὰς καὶ φιλοσοφικὰς αὐτοῦ πεποιθήσεις!

Ὡς ποιητής, ἀλλ᾿ ὡς ποιητὴς μόνον, θὰ ζήση μέχρι τῆς τελευταίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους πνοῆς! Τίνα γλυκυτέραν ἀπόλαυσιν τῆς ἐκ τῆς παραστάσεως τοιαύτης ἀθανασίας πηγαζούσης ἠδύνατο νὰ ἐπιθυμήση καρδία μεγάλη καὶ εὐγενὴς οἴα ἡ τοῦ Βίκτωρος Οὐγκώ; Ὀπόσον ζωηρῶς θὰ ἠσθάνετο τὴν ἠθικὴν ταύτην ἀπόλαυσιν ὅταν ἔγραφε μόνος:

Sans doute ils sont heureux les héros des poètes,
Ceux que le bras fait rois, ceux que l'esprit fait dieux!...

Ἡ ἰδέα τῆς ἐξοντώσεως, ἡ σκέψις ὅτι ὁ θάνατος καὶ τὴν μεγάλην διάνοιαν καὶ τὸ πτωχὸν πνεῦμα μεταβάλλει ἐξίσου εἰς χοῦν, παρίστατο πάντοτε ἀπεχθὴς τῷ μεγάλῳ ποιητῇ ὡς εἰς πάντας καὶ ἰδίως εἰς ἐκείνους οἵτινες ἔχουσι συνείδησιν τοῦ πνευματικοῦ αὐτῶν μεγαλείου. Τὴν ψυχρὰν τῆς ἐξοντώσεως εἰκόνα ἐκθέτων καὶ ἐν ἑνὶ τῶν τελευταίων του ἔργων «Réligions et Réligion», ζητεῖ ματαίως τὴν εἷς τὴν ἀθανασίαν τῆς ψυχῆς πίστιν καὶ οἰονεῖ ἄπελπις καὶ μετὰ λύσσης ἀνακράζει:

Rien!

Oh! reprends ce Rien, gouffre, et rends-nous Satan!

Ὁ Βίκτωρ Οὐγκὼ δὲν ὑπάρχει πλέον οὔτε ἐπὶ τῆς γῆς οὔτε ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἀλλ᾿ ἐνῷ τόσοι ἄλλοι μεγάλοι ποιηταὶ ἀπέθανον χωρὶς νὰ λάβωσι ποτὲ συνείδησιν τῆς δόξης των, οὕτως ηὐτύχησε νὰ αἰσθανθῆ ζῶν ἔτι μέρος τῆς μετέπειτα ἀθανασίας του.

Οἴα εὐδαιμονία! Πλίνιος ὁ νεώτερος ἐμακάριζεν ὡς τὸν εὐτυχέστερον θνητόν, τὸν εἰς τὸ 83ον τῆς ἡλικίας του ἔτος ἐκπνεύσαντα Βιργίνιον Ροῦφον, διότι πρὸ τοῦ θανάτου του ὑπὸ πολλῶν ποιητῶν καὶ ἱστορικῶν ἐπηνέθη καὶ τοὺς ἐπαίνους τούτους τῆς ποιήσεως καὶ τῆς ἱστορίας ἐθεώρει ὁ Πλίνιος προκριτωτέρους τῶν ἀρωμάτων καὶ τῶν χρυσῶν στεφάνων τῆς κηδείας τοῦ Σύλλα, προτιμοτέρους τῶν εἰκοσιδύο χιλιάδων τραπεζῶν τῶν παρατεθεισῶν ἐπὶ τῷ θριάμβῳ τοῦ Καίσαρος!

Κατὰ τὸν γλυκὺν τῶν Μαρτύρων συγγραφέα, ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ πατρὶς πάσης δόξης καὶ πᾶς μέγας ἀνὴρ ἐκτὸς αὐτῆς ὁπουδήποτε γεννώμενος θετὸν αὐτῆς τέκνον! Ὁ Βίκτωρ Οὐγκὼ ὑπερήσπισεν ὡς γνήσιος υἱὸς αὐτῆς τὰ δίκαια τῆς πασχούσης θετῆς μητρός του καὶ ἔψαλλε μετὰ θείου ἐνθουσιασμοῦ καὶ γλυκείας ἅμα μελαγχολίας τὰ κατορθώματα καὶ τὰ δεινὰ τῶν τέκνων της!

Ἐπὶ τῆς σοροῦ τοῦ ἐνδόξου ποιητοῦ χέει ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῆς ἀδελφῆς Γαλλίας θερμὸν δάκρυ καὶ ἐπὶ τοῦ τάφου τοῦ νέου τούτου Πινδάρου καταθέτει στέφανον ἐξ ἀθανάτων σύμβολον τῆς ἀθανασίας αὐτοῦ, σύμβολον τῆς ἀθανάτου πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνης της!

Λύγξ
Ἐφημερίδα «Ῥαμπαγᾶς», Mάϊος 1885

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Εγκατάλειψη



Πνιγμένο στα χορτάρια το κάστρο στην Κρητηνία.
Πνιγμένοι και οι επισκέπτες, περπατούν ανάμεσα στην εγκατάλειψη της ομορφιάς, της αισθητικής, του πολιτισμού, της κληρονομιάς, της ιστορίας μας, από εποχής Αλθαιμένη.
Στο νησί των 200.000 επισκεπτών, κανείς απ’ αυτούς που πρέπει δεν φαίνεται να έχει καταλάβει τον πλούτο που κρατά στα χέρια του.
Το πρόβλημα του τόπου. Το έλλειμμα των προσώπων, τα οποία αδυνατούν να φέρουν το βάρος του ονόματός του, που δεν διαθέτουν, ούτε συνείδηση της ιστορίας και της κληρονομιάς του, αλλά και ούτε τον τρόμο της χρεοκοπίας μας. Παντός είδους…




Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Αχαρακτήριστοι



Πυροβολημένο από κυνηγετικό όπλο το δελφίνι που ξέβρασε η θάλασσα στην παραλία της Καμείρου.
 Βρισκόταν μέχρι προχθές εκεί, να «στολίζει» τα άλμπουμ φωτογραφιών των τουριστών που σταματούσαν και αποθανάτιζαν το μνημείο βαρβαρότητας και τους ημεδαπούς με ντροπή όταν ρωτούσαν «why;».
 Γιατί;
Γιατί άραγε υπάρχουν καραμπίνες στα αλιευτικά; Αυτό απαντάται ως ερώτημα από το λιμενικό;
Το τι είδους άνθρωποι ήταν αυτοί που έκαναν «σουρωτήρι» ένα δελφίνι δυστυχώς δεν απαντάται.



 

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Επικίνδυνες αποστολές...



Μια βόλτα χθες στην πόλη μου έδωσε την αίσθηση, ότι δεν κυκλοφορούν άλλα παιδιά εκτός από αυτά που επαιτούν. Παντού!
Μπροστά στο λιμάνι, μέσα στην Παλιά Πόλη με ιδιαίτερη προτίμηση στην οδό Ιπποτών, είτε μόνα τους παίζοντας ακορντεόν και τουμπερλέκι, είτε αγκαλιά στις μαμάδες τους (;) που στέκουν με το χέρι απλωμένο.
Ένα απ’ αυτά, ακολουθείται και από νεαρό που παίζει το ρόλο σεκιουριτά.
Είναι και οι γνωστές περιπτώσεις με «το άρρωστο παιδί στο νοσοκομείο».
Γενικώς τα παιδιά μαζεύουν λεφτά, είτε κρατώντας το ποτηράκι, είτε παραμένοντας μέσα σε μία διήγηση ιστορίας πόνου.
Οι άνθρωποι είναι εύπιστοι και τέλος πάντων, θεωρούν ότι δεν ρισκάρουν πολλά αγοράζοντας μία καλή πράξη με είκοσι λεπτά.
Πέρασα αρκετή ώρα κάνοντας… στατιστική ψάχνοντας να βρω παιδιά να κυκλοφορούν και να είναι αριθμητικά περισσότερα από τα ζητιανάκια.
Και εάν ο κόσμος της επαιτείας δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει πως δεν χρειάζεται να βάζει τα παιδιά να παρακαλάνε με το χέρι απλωμένο στα τραπέζια, ούτε να παίζουν ακορντεόν και τουμπερλέκι, ούτε να κάθονται με αξιοθρήνητο ύφος στα γόνατά τους για να τους ρίχνουμε τον οβολό, τι ακριβώς έχει συνειδητοποιήσει η πολιτεία για το θέμα;
Οι αρχές γνωρίζουν πως τα κυκλώματα κάνουν ως και εισαγωγές , ξέρουν ότι τα φανάρια «καπαρώνονται» από ομάδες, ξέρει ότι τα πλοία εν όψει σεζόν αποβιβάζουν εκατοντάδες που έρχονται για τον σκοπό αυτό.  
Επίσης παραδέχονται πως το φαινόμενο δεν εκριζώνεται εύκολα από τους δρόμους. Ακόμα και αν τους μαζέψεις (και τι να τους κάνεις;) θα εμφανιστούν και άλλοι.
Οι ζητιάνοι αθίγγανοι, γεμίζουν πλέον την Ρόδο. Οχι αυθαίρετα, αλλά βάσει επιχειρηματικού σχεδίου.

Είναι όλα αυτά αποτέλεσμα της κρίσης;  ΄Οχι μόνο. Περισσότερο έχουν να κάνουν με την ανυπαρξία ελέγχου και αποφασιστικής παρέμβασης.
Η αντιμετώπιση της επαιτείας από παιδιά δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη. 
Είναι η αξιοπρέπεια της καθημερινότητάς μας σε καιρούς εφιαλτικούς.
Υπερβολικά σοβαρή, κατηφής, νευρική και ζόρικη, η πολιτεία δεν έχει χρόνο και χώρο για τέτοια.
Μόνο που αυτά τα παιδιά εκθέτουν δημόσια αδυναμίες και ευαισθησίες, απειλείσαι με κούραση, φωνές, γκριμάτσες, σκηνές, καθυστερήσεις, επιθυμίες…
Και οι βόλτες μετατρέπονται σε επικίνδυνες αποστολές και θλίψη...

Η Δημοκρατική της Ρόδου

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Δυσφημιστικές πινακίδες




Σ'  αυτό το δύσκολο τουριστικά καλοκαίρι, που πολλές φορές το κάνουμε από μόνοι μας ακόμη δυσκολότερο, η Ελλάδα θα έπρεπε (κανονικά) να βάλει τα δυνατά της και να δείξει τον καλύτερο εαυτό της. Σε τομείς, τουλάχιστον, στους οποίους δεν απαιτείται να έχεις γεμάτα ταμεία, αλλά απλώς κοινή λογική. Ετσι, θα μπορούσαμε να είμαστε οι «συμπαθείς» νεόπτωχοι, που δικαιώνουμε τη φήμη περί ποιότητας φιλοξενίας ή απλούστερα, η κοινωνία εκείνη που αντιλαμβάνεται τον πλούτο που έχει να διαχειριστεί.

Και πλούτος είναι το «μυθικό» τοπίο της Ελλάδας.
Σκέφτομαι τα γεμάτα τουρίστες πούλμαν ξεκινούν από το αεροδρόμιο με προορισμό διάφορα μέρη του νησιού και αναλογίζομαι τη δεινή θέση των  ξεναγών που αναγκάζονται να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.  
Μέσα σ' όλα και για ποιο λόγο, οι διαδρομές σε όλο το μήκος και πλάτος του νησιού ,είναι γεμάτες από τις άθλιες, διαφημιστικές πινακίδες καρφωμένες παντού!
Κακότεχνες, μικρές ή γιγαντιαίες και με ότι του φανεί του κάθε Λωλοστεφανή , ακαλαίσθητες, ακόμη και ανορθόγραφες.
 Ανήκω σ' εκείνους που ενθουσιάζονται με το προγράμματα αποκαθήλωσης των πινακίδων, την μεγάλη πληγή και το βιασμό του τοπίου , τον οπτικό και αισθητικό μας εκβαρβαρισμό .

Πρακτικές που δείχνουν, ότι όχι μόνο είμαστε μια κοινωνία που δεν αντιλαμβάνεται την υπεραξία που ο σεβασμός του περιβάλλοντος δημιουργεί ως τουριστικό προϊόν , αλλά είμαστε ακόμη σε ένα πρωτόγονο επίπεδο συνύπαρξης με το φυσικό.


Με τον ενθουσιασμό θα μείνουμε προφανώς, για ένα πρόγραμμα που δεν φαίνεται να εφαρμόζεται, εάν κρίνουμε ότι σύμφωνα με δημοσίευμα της «δ», κατέληξε στο αρχείο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Ρόδου η προκαταρκτική δικογραφία που σχηματίστηκε μετά από παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου για τη διαπίστωση τυχόν τελέσεως ποινικά κολάσιμων πράξεων από όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες για την αφαίρεση παράνομων διαφημιστικών πινακίδων στο οδικό δίκτυο και για την επιβολή κυρώσεων στους παρανομούντες.


Η Δημοκρατική της Ρόδου

Βγήκαν τα τσεκούρια;



Η κρίση, εκτός από δυσάρεστες μειώσεις, έχει και επώδυνες αυξήσεις.
Αυξάνονται οι περιπτώσεις πολιτών που ξεπερνούν τα όριά τους. Δεν ξέρω εάν η περίπτωση του ανθρώπου που εισέβαλε με τσεκούρι στη  εφορία Ρόδου, αφορά άνθρωπο με ψυχιατρικά προβλήματα. Εκείνο που ξέρω είναι, ότι δεν θέλει και πολύ να χάσεις το μυαλό σου και τον έλεγχο , όταν στο εξής όλες μας οι δυνάμεις θα αναλώνονται στην προσπάθεια  να αγοράσουμε μια μέρα ησυχίας, να παρατείνουμε τη ζωή  μας μια μέρα ακόμη, χωρίς να ξέρουμε τι ξημερώνει η επόμενη.
Η κατάσταση γίνεται αβίωτη, ακόμη ενδεχομένως και για πολλούς από εκείνους που είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν σωρηδόν τους φόρους προκειμένου να αφεθούν ήσυχοι.
Το κυνηγητό γίνεται διαρκές και ανελέητο, οι εκφοβισμοί και η βία στην ημερήσια διάταξη.
Ζούμε σε μια κοινωνία που διατέμνεται καθέτως από υψηλές δόσεις υστερίας.
Και επιμένω για μια ακόμη φορά, ότι η βία έχει πολλά πρόσωπα. Κάθε μέρα οι τηλεοράσεις μας είναι γεμάτες βία, όχι μόνο από το αστυνομικό δελτίο που περιγράφει την εγκληματικότητα στην οποία έχουμε αφεθεί ανίσχυροι, ή την λεκτική που εκστομίζεται από παντού ή τη βία των εκφοβισμών, αλλά αυτή της φτώχειας που αγγίζει και φέρνει σε απόγνωση κάθε μέρα όλο και περισσότερους. Μια βία που πλέον έχει εισβάλλει επικίνδυνα στην καθημερινότητά μας, με άγνωστες επιπτώσεις στον ψυχισμό μας.
Έναν ψυχισμό που έχει αλλάξει, που ενοχλούν τους πάντες τα πάντα και που οι πάντες εκδηλώνουν την αδυναμία, το φόβο, την απόγνωση, με έντονη οργή και εκνευρισμό, με τρόπους που μπορεί να φτάσει και σε ακραίες περιπτώσεις όπως προχθές στην εφορία ή στην αυτοκτονία.
Η αποδοχή όλων αυτών των βίαιων μέτρων και καταστάσεων που  από μια φοβισμένη κοινωνία κρατά τους πολίτες ομήρους ενός πανικού , δύσκολα αντιμετωπίζεται.
Το καπάκι πλησιάζει στο σημείο εκτίναξης και μετά δεν θα έχει γυρισμό. Έχει συσσωρευθεί η «πυρηνική» ύλη και απέχουμε ελάχιστα από το σημείο σχάσης. Πυκνώνουν τα σημάδια της απόλυτης απορρύθμισης της κοινωνίας. Έχουν χαλαρώσει επικίνδυνα οι δεσμοί που κάποτε συγκροτούσαν και συγκρατούσαν.
Σήμερα ένα τσεκούρι στην εφορία.
Αύριο θα βγούμε με τσεκούρια στους δρόμους;

Υ.Γ. Το χθεσινό δημοσίευμα του «΄Εθνους» έρχεται να κάνει το ερώτημα να ζητά άμεση απάντηση: «Του έδεσαν τα χέρια και τον σκότωσαν με απανωτά χτυπήματα σιδηρογροθιάς στο κεφάλι, για να του αρπάξουν τα κέρματα που είχε συγκεντρώσει επαιτώντας στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Τόσο οι δράστες όσο και το 65χρονο θύμα του εγκλήματος, που σημειώθηκε τα ξημερώματα της Τετάρτης στην περιοχή της Τούμπας και εξιχνιάστηκε χθες από την Ασφάλεια, ήταν άστεγοι επαίτες

Η Δημοκρατική της Ρόδου


Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι...


Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο·καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο,εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζεικαι να χορταίνει, σαν να ’ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε.Αγαπούσα πού τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία  μύριζε γαζία.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ’χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.
Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ’χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.
Μπορεί και να ’ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.
Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου· κι ακόμα καί σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντιλό της να φύγει.”
( "Η μάνα μου" του Ν. Καζατζάκη- απόσπασμα από το «Αναφορά στο Γκρέκο»)

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

' Εχω μια ψήφο





' Εχω μια ψήφο. Μία μονάχα, μέσα στο ένα εκατομμύριο.
Δεν είμαι τίποτα, εν ασήμαντο ποσοστό, ένας εκατομμυριοστός συντελεστής της λαϊκής δύναμης. Φτερό το βάρος μου, ατσάλι η θέλησή μου.
Θέλω την Ελλάδα, τη μικρούλα και ιστορική, θέλω να τη δω ν’ ανασαίνει ελεύθερη, μόνη, χωρίς ελεημοσύνες, χωρίς στερήσεις, με την αξία της.
Θέλω να ‘ρθουν ψηλά, επικεφαλής, οι άνθρωποι που θα της κάνουνε δώρο μενταγιόν αυτά τ’ αγαθά.
Θέλω να μην πεινάμε εμείς και τα παιδιά μας, να μη μας γελάνε οι ξένοι, να μας λογαριάζουνε τα βορινά τσακάλια, θέλω δική μου τη δική μου θάλασσα και δική μου τη δική μου στεριά.
Θέλω να λένε με σεβασμό « Έλληνας» στο πέρασμα μου, θέλω να’ναι ψηλά η τιμή και σεβαστοί οι άρχοντες μου.
Θέλω να μεγαλώσουνε τα παιδιά μου ελεύθερα να μάθουν, να σπουδάσουν, να γίνουν καλύτερα από μένα στο μυαλό, στην αξία, στη σκέψη.
Δεν ξέρω ακόμα τι θα ψηφίσω, αλλά πάω στην κάλπη.
Κανέναν δεν κατηγόρησα. Σκεφτήκανε όλοι και πράξανε, ανάλογα με το μυαλό που ‘χανε.
Όμως εγώ λέω πως χρειάζονται καινούργια μυαλά, καινούργιες σκέψεις, καινούργια πράματα. Χρειάζεται καινούργια Ελλάδα, να μη φοβάσαι το νόμο, να μη φοβάσαι τον έφορο, να μη φοβάσαι τις δραχμές σου τις λιγοστές.
Να’ναι όλα φτωχά, μα τίμια, να μη χρωστάμε «ευχαριστώ» για το ψωμί, που το αξίζουμε, να μη φοβόμαστε για το αύριο που είναι δικό μας.
Να γίνουμ’ όλοι καλοί και η Ελλάδα καλύτερη. Εμείς θα πεθάνουμε, αυτή πρέπει να ζήσει…
Σκέφτομαι… Τώρα που πάω στην κάλπη…
 (Νίκος Τσιφόρος 1952)

Η δική σου ιστορία, το δικό σου όνειρο


΄Οσο πλησιάζει αυτή η Κυριακή τόσο χειρότερα νιώθω. Με την πλάτη διαρκώς κολλημένη στον τοίχο και την ψυχή στο στόμα όχι επειδή πρέπει να αποφασίσω αλλά γιατί ότι κι αν αποφασίσω πάλι εγώ θα φταίω.
Κι όπως μου λένε όλοι -κουνώντας το δάχτυλό τους στη μούρη μου- στο τέλος θα τιμωρηθώ για τις λάθος επιλογές μου κα θα πάρω αυτό που μου αξίζει. Υποπτεύομαι πως είναι άλλος ένας τρόπος των πολιτικών -με τη βοήθεια των πάντα πρόθυμων ΜΜΕ- να αποποιηθούν τις ευθύνες και να ρίξουν το μπαλάκι επάνω μου. Παρ’ όλα αυτά αγχώνομαι. Όταν σου λένε πως εσύ θα φταις που η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει, που τα παιδιά μας δεν θα έχουν μέλλον, που η Ευρώπη θα μας αφανίσει, είναι λογικό κι ανθρώπινο να τρομοκρατείσαι .
Το οπλοστάσιό τους ο φόβος! Το χάος της Δευτέρας και η κατστροφή, εάν εκείνοι βγουν από σκηνικό.
Δεν μου αρέσει να με απειλούν, ούτε να με τρομοκρατούν, και η λύση «το μη χείρον βέλτιστον» καθόλου μα καθόλου δεν μου αρέσει! Πάντα σε δύσκολες καταστάσεις πολύ περισσότερο σε ακραίες και οριακές όπως αυτή,αν ελπίζεις με μετριότητες, τότε απλά κοροϊδεύεις τον εαυτό σου.
Δεν μου αρέσει να μου κουνούν το δάχτυλο, προσπαθώντας να με πείσουν για την βαθιά αντιδημοκρατική αντίληψη ότι υπάρχει «υπεύθυνη» και «ανεύθυνη» ψήφος. Δεν μου αρέσει να μου λένε πως με την ψήφο μου πρέπει να τιμωρήσω. Ναι, είμαι θυμωμένη, αλλά ο θυμός μου δεν είναι αντικείμενο ψηφοθηρίας. Η ψήφος μου δεν είναι "Ο εκδικητής της ερήμου" 
Θα προτιμήσω  να θυμηθώ μέχρι το δρόμο προς την κάλπη, το «Περί φωτίσεως» του Σαραμάγκου.
Θα προτιμήσω να θυμηθώ, το αυτονόητο που παραλίγο να με κάνουν να ξεχάσω: πως σε μια δημοκρατική κοινωνία η ψήφος οφείλει και πρέπει να είναι ελεύθερη! Από φόβους, από απειλές, από συμφέροντα και από παγίδες εκλογικών νόμων.
Ότι κι αν αυτό σημαίνει, με όλες τις συνέπειες της πράξης ή της μη πράξης που θα αποφασίσω.
Στο τέλος, έτσι κι αλλιώς, μένει πάντα η ιστορία που θα έχεις να αφηγηθείς εσύ πλέον. Ήμουν εκεί και έκανα αυτό.
Γι’ αυτό αγαπητέ μου αναγνώστη, κοίτα να είναι ενδιαφέρουσα η ιστορία σου, υπερασπίσου την, πλήρωσε το τίμημα, και ανεξάρτητα αν στο φινάλε αθροιστείς στους κερδισμένους ή στους χαμένους – δύο απόλυτα σχετικές έννοιες έτσι κι αλλιώς - φρόντισε να είσαι περήφανος πως άκουσες το όνειρό σου και όχι τον φόβο σου.

Η Δημοκρατική της Ρόδου  5/5/2012