Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

H Mελωδία της Ευτυχίας

“Το μνημόνιο είναι ευκαιρία.Το μνημόνιο είναι ευτυχία για τον τόπο.
Θα αναγκαστούμε επιτέλους να κάνουμε τις διαρθωτικές αλλαγές τις οποίες τόσα χρόνια αποφεύγαμε να κάνουμε και γι' αυτό όλοι είμαστε συνυπεύθυνοι.”
Κι αν δεν είναι αυτό κυνική ομολογία αποτυχίας τότε τι είναι;
Τώρα δηλαδή θα πρέπει να χαρούμε που έφεραν την βοήθεια του ΔΝΤ να κάνει όλα όσα απέφευγαν να κάνουν;
Το γιατί απέφευγαν θα μας το πει ο κύριος Πάγκαλος ή να ζητήσουμε τη βοήθεια του κοινού;
Κι αυτή η συνυπευθυνότητα...
Τους πολίτες εννοείτε κ.Πάγκαλε να υποθέσω. Που χρόνια ολόκληρα ψήφιζαν αλλαγές, μεταρρυθμίσεις, επανιδρύσεις, πατάξεις διαφθοράς, διαφάνειες, υγεία,παιδεία, κοινωνικό κράτος και άλλα που τάζατε όλοι σας και που με θράσσος τώρα τους εγκαλείτε γιατί σας εμπιστεύθηκαν και σας πίστεψαν.Τους εγκαλείτε που έπαιζαν με τους κανόνες που βάζατε πράσινοι και βένετοι στο παιχνίδι.
Ευτυχία δεν ξέρω αν είναι το μνημόνιο.
Ευκαιρία όμως να πάνε σπίτι τους όσοι έκαναν ερείπια μια χώρα ολόκληρη και αναξιοπρεπείς τους κατοίκους της είναι!
'Ολους όσους τώρα μέσα απ'αυτά τα ερείπια κάνουν αυτοκριτικές, αναλαμβάνουν πολιτικό κόστος, αναβαπτίζονται σε κολυμβήθρες νέων κομμάτων και κυρίως ομολογούν την ανικανοτητά τους.
Γιατί αν είναι αλήθεια ότι οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους ταιριάζουν, τότε, ως λαός, έχουμε μεγάλο πρόβλημα...

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Οι "αχρείοι"

τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾽ ἀχρεῖον νομίζομεν
Η πασίγνωστη άποψη που εκφράζει ο Θουκυδίδης μέσω του Περικλή στον «Επιτάφιο»
"όσοι δεν μετέχουν στα κοινά της πόλης δεν θεωρούνται απλώς απράγμονες αλλά άχρηστοι",είναι η φαεινή “ατάκα”, όλων όσων θέλουν να καταδικάσουν , όσους απείχαν της εκλογικής διαδικασίας.
Το εκπληκτικότερο είναι πως συμπληρώνουν τον Θουκιδίδη, συνεχίζοντας : όλοι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν.(!!)
' Οσοι βέβαια γνωρίζουν λίγα έστω πράγματα γύρω από τον Επιτάφιο” και την πολιτική ιστορία της κλασικής Αθήνας, μένουν εμβρόντητοι από την αυθαιρεσία που διακρίνει τον παραπάνω παραλληλισμό.
Εμβρόντητοι μένουν και με την άγνοια πολλών, οι οποίοi στην προσπαθειά τους να κάνουν εντύπωση, αποδίδουν την φράση στον ...Αριστοτέλη...
Οι πολίτες της κλασικής Αθήνας, μαθαίνουμε από τον Θουκιδίδη πάλι στον "Επιτάφιο", είχαν το σπάνιο προνόμιο να μετέχουν ενεργά και απόλυτα ισότιμα στη διακυβέρνηση της πόλης τους, με τρόπο απόλυτα άμεσο. Όλοι μπορούσαν, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, την οικονομική τους κατάσταση και την καταγωγή τους να συμμετάσχουν στις διοικητικές ή νομοθετικές διαδικασίες της πόλης και να εκφέρουν ελεύθερα την προσωπική τους γνώμη πάνω σε καίρια ζητήματα.
Ήταν απόλυτα εύλογο, λοιπόν, να θεωρούνται από τον Θουκυδίδη ως άχρηστοι, εκείνοι που, ενώ είχαν τέτοιου είδους δικαιώματα, ενδιαφέρονταν αποκλειστικά για την ιδιωτική τους ζωή,ευτυχία και πλουτισμό.
Η συμπεριφορά αυτή, του ατομισμού και του ενδιαφέροντος για πλουτισμό καταδικάζεται σε πολλά αρχαία κείμενα προγόνων.
Αλήθεια, πόσο δίκαιος, εύστοχος και κυρίως πόσο κυριολεκτικός και σημερινός μπορεί να είναι αυτός ο κατά Θουκιδίδη χαρακτηρισμός αχρείος” για τον πολίτη που δεν ψήφισε, όταν είναι γνωστό τοις 
πάσι ότι ζει σε μια προβληματική αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η οποία του δίνει ουσιαστικά το λόγο μόνο κάθε τέσσερα χρόνια, στην οποία τα κέντρα αποφάσεων που καθορίζουν την καθημερινότητά του είναι απόλυτα απομακρυσμένα ανεξέλεγκτα,βρώμικα και στην οποία η χρησιμότητά του ως πολίτη περιορίζεται στο ότι αποτελεί ένα φορολογητέο "κομμάτι" για το κράτος; .
Ρητορικά τα ερωτήματα...
Εύκολη η καπηλεία μνημειακών φράσεων για ψευδεπίγραφα μαθήματα δημοκρατικής συνείδησης σε κάποιους "αχρείους"και μάλιστα απαγορευοντάς τους να μιλούν από δω και πέρα.
Είναι η κατηγορία των Ελλήνων που κάτι έχουν “ακουστά” για την κληρονομιά μας και δεν παραλείπουν να επαίρονται γι' αυτήν όταν μιλούν σε τρίτους.
Με την διαφορά όμως πως η αξία δεν κληρονομείται ούτε μεταφέρεται...
Παρεπιπτόντως ,είπε κι άλλο ο Θουκιδίδης, πάλι στον “Επιτάφιο”:
"Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας"

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Ρατσιστική λογική

Η περίφημη ποσόστωση, μετράει μόλις οκτώ γυναίκες Δημάρχους από τους 333 καινούργιους Δήμους και καμια Περιφερειάρχη.
Πολύπαθη η σχέση  των γυναικών με την πολιτική.
Κατά πρώτον, γιατί  οι περί ισότητας λόγοι των κομμάτων μένουν στα χαρτιά για αρχηγούς και επιτελεία.
Και κατά δεύτερον, γιατί στις εκλογές,  παγιώνονται κάποιες παμπάλαιες αναμονές κομμάτων και εκλογικού σώματος από τις γυναίκες. Αναμονές με τις οποίες οι υποψήφιες οφείλουν να συμμορφωθούν.
' Ετσι, αν θέλουν να τραβήξουν την προσοχή και να εκλεγούν, αναγκάζονται να προβάλουν τα διαφορετικά στοιχεία του φύλου τους και του ρόλου τους.
Την άσκηση μιας "διαφορετικής πολιτικής", βασισμένης στις υποτιθέμενες γυναικείες αρετές και δεξιότητες. Την ανιδιοτέλεια, την αφοσίωση, την ομορφιά και κυρίως, τη μητρική αγάπη.
Να ανοίξω μια παρένθεση εδώ.
Ακόμη και επιτυχημένες γυναίκες πολιτικοί, που έχουν αποδείξει ότι είναι σε θέση να ασκούν πολιτική με άνεση, με εφόδια και περγαμηνές που θα ζήλευαν πολλοί άρρενες συνάδελφοί τους,- ένα πρότυπο που παρεκκλίνει-  αναγκάζονται να μετακινούνται από το ένα "πρόσωπο" στο άλλο, να προβάλλουν τις "γυναικείες" αρετές τους και την οικογενειακή ευτυχία τους ή ακόμη, να προσπαθούν να προσαρμόσουν την εικόνα τους στο προσφιλές στα μέσα ενημέρωσης και επιβραβευμένο από το εκλογικό σώμα πρότυπο νεαρών καλλονών που βάλθηκαν εσχάτως να εκπορθήσουν το Κοινοβούλιο.
'Εχουν πέσει στην "παγίδα", επιτυχημένες ήδη πολιτικοί ή νεοεισερχόμενες,  να χρησιμοποιούν σε προεκλογικούς λόγους ή φυλλάδια, στερεότυπα ή χαρακτηριστικά, λάθος ερμηνευμένα στην πάροδο του χρόνου.
Θα μου μείνει αξέχαστο το προεκλογικό σλόγκαν επιτυχημένης πολιτικού με ένα ποιηματάκι που της αφιέρωσαν παιδιά
"Να κάτσεις, Αννούλα, χρονάκια πολλά, στην έδρα επάνω για μας τα παιδιά! " και άλλης νεοεισερχόμενης " Είμαι γυναίκα είμαι καπάτσα...".
Οι γυναίκες πολιτικοί, παρά τις τεράστιες διαφορές τους, συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται βάσει του φύλου τους ως μία ειδική κατηγορία, κάτι που, προφανώς, δεν ίσχυσε ποτέ για τους άνδρες πολιτικούς που, και ως δημόσια πρόσωπα, συνεχίζουν να διατηρούν την ατομικότητά τους και να μην χαρακτηρίζουν τα ιδιαίτερα ανδρικά χαρακτηριστικά ολόκληρο το ανδρικό φύλο.
Κλείνει η παρένθεση.
Θα θεωρούσα βήμα προς την πρόοδο αν την ποσόστωση την είχαν επιβάλλει δια νόμου σε άλλες εποχές.
Tο 1928 για παράδειγμα όταν δημοσιευόταν στην εφημερίδα της εποχής "Νέα Ημέρα" το παρακάτω καταπληκτικό:
" Ορισμένα τινά ελληνικά θήλεα ζητούν να δοθή ψήφος εις τας γυναίκας. Σχετικώς με το ίδιον τούτο θέμα, διαπρεπέστατος επιστήμων, είχεν άλλοτε αναπτύξη από του βήματος της Βουλής, το επιστημονικώς πασίγνωστον, άλλως τε, γεγονός, ότι παν θήλυ διατελεί εις ανισόρροπον και έξαλλον πνευματικήν κατάστασιν ωρισμένας ημέρας εκάστου μηνός.
Επειδή, εν τούτοις, αι ημέραι αυταί, δεν συμπίπτουν ως προς όλα τα θήλεα, είναι αδύνατον να ευρεθεί ημέρα πνευματικής ισορροπίας και ψυχικής γαλήνης όλων των θηλέων, ώστε την ευτυχή εκείνη ημέραν να ορίζωνται αι εκάστοτε εκλογαί.
Η γυναικεία συνεπώς ψήφος είναι πράγμα επικίνδυνον, άρα αποκρουστέον
."
Φαντασθείτε τι θα έλεγαν για τυχόν υποψηφιότητα...

' Εστω την εποχή εκεί λίγο πριν το ''70.Τότε που η κύρια απασχόληση για τη μέση γυναίκα ήταν ακόμα τα "οικιακά". Η γυναίκα ζούσε στο σπίτι και η σχέση που είχε με τα προβλήματα της εκτός σπιτιού εργασιακής καθημερινότητας είχε να κάνει με ότι αφορούσε στη δουλειά του συζύγου, άντε σε ότι αντίστοιχο άκουγε από τις γειτόνισσες. 
Από τότε βέβαια πολλά άλλαξαν. Σήμερα η μέση γυναίκα εργάζεται όπως ο άνδρας.
Οι συνήθειες της καθημερινότητας άλλαξαν. Το ότι πλέον στην οικογένεια εργάζονται και οι δυο γονείς έχει ανατρέψει παλιές κατεστημένες λογικές.
Οι γυναίκες διεκδικούν πια τη ζωή τους άρα μπορούν να διεκδικήσουν και την εκλογή τους χωρίς βοήθεια.
Απαιτούν την ισότητα ( αν και είναι προς συζήτησιν αυτό...)
Δεν είναι προβληματικές.Γιατί ως τέτοιες αντιμετωπίζονται στο συγκεκριμένο θέμα. Σαν άτομα ειδικών αναγκών που χρήζουν βοηθείας.
Γιατί να θεωρείται ένας πολίτης λιγότερο ικανός από κάποιον άλλο στο εκλέγεσθαι μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκα; Δηλαδή τι παραπάνω χρειάζεται για να χαρακτηρίσει κάποιος αυτή τη λογική σαν καθαρά ρατσιστική;
Οι κατά τα λοιπά λαλίστατες και περί άλλων πάντα τυρβάζουσες γυναικείς οργανώσεις έχουν να πουν κάτι πάνω σ'αυτό;
Δεν έχει πέσει στην αντιληψή μου.
Διότι,  δεν μπορείς κυρία μου,  από τη μια να διατρανώνεις
" Δεν είμαι του αντρός μου,δεν είμαι του πατρός μου θέλω να'μαι ο εαυτός μου" (με αφορμή σχέδιο νόμου για το επίθετο...) και να είσαι της ποσόστωσης...

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Θλιβερή απουσία, θλιβερές σκέψεις

Διαβάσαμε πριν μερικές μέρες πως:
Κανένα ελληνικό πανεπιστήμιο δεν περιλαμβάνεται στα 200 καλύτερα παγκοσμίως, ωστόσο η Ευρώπη εκπροσωπείται με 82 εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Τα κριτήρια που έλαβαν σοβαρά οι ειδικοί του "THE" για τις 200 θέσεις των καλύτερων πανεπιστημίων είναι η ποιότητα της διδασκαλίας, ο αριθμός των δημοσιεύσεων κάθε ιδρύματος, ο όγκος της έρευνας και τα κίνητρα που δημιουργούνται στο ακαδημαϊκό περιβάλλον για διδάσκοντες και διδασκόμενους
Μέχρι πρότινος και συγκεκριμένα 2009 το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών βρισκόταν στην 177η θέση.

Το θλιβερό είναι ότι σύσσωμη η πανεπιστημιακή κοινότητα, θεωρεί ότι τα χάλια των πανεπιστημίων οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στην υποχρηματοδότησή τους.
Κανένας λόγος για την άγρια κομματικοποίηση, όχι μόνο του φοιτητικού κινήματος αλλά ολόκληρης της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Κι όλο και κατρακυλούν από το κακό στο χειρότερο, παραπαίοντας αναμέσα στην κομματικοποίηση και τους πειραματισμούς των μεταρρυθμιεων των εκάστοτε κυβερνήσεων.
Αυτό ήταν το τέλος του Ελληνικού Πανεπιστήμιου.
Οι παρατάξεις της "συνδιοίκησης" το διέφθειραν συνεχώς και οι "αντι-εξουσιαστές" το κατέστρεφαν συστηματικά.
Τώρα πλέον έχει χαθεί ο έλεγχος ακόμα κι από τα κόμματα.
Τα πάντα ελέγχονται από "αυτοφυή κυκλώματα" που επεκτείνονται, συγκρούονται, νέμονται δημόσιους και  κοινοτικούς πόρους και τρομοκρατούν τους πάντες.
Καθηγητές κακοποιούνται κάθε τόσο. Φοιτητικές συμμορίες συμπλέκονται καθημερινά. Κονδύλια διασπαθίζονται. Για να μη μιλήσουμε για "εκλογές διδασκόντων ".
Κι αντί πανεπιστημιακού χώρου, οι φοιτητές που πηγαίνουν κάθε Σεπτέμβρη να εγγραφούν , συναντούν στημένα στη σειρά τα μαγαζάκια των κομμάτων.
Τραπεζάκια με ενημερωτικό υλικό για τη συνδικαλιστική τους δράση σε όλο το μήκος και πλάτος των χώρων που βρίσκονται δίπλα στις γραμματείες και αφίσες που καλύπτουν όλη την επιφάνεια των τοίχων των σχολών.
Αν τα κριτήρια διευρυνθούν και υπάρξει σ' αυτά η κομματικοποίηση, ο νεποτισμός, οι καταλήψεις, ή οι καταστροφές στα πανεπιστήμια, τότε θα πρέπει  να τρέμει το Χάρβαρντ που έχει την πρωτιά στην λίστα.
΄Ισως δε ξεχωριστά βραβεύσουν την καλύτερη αφίσα...

Κατά τα λοιπά ποιός σκάει από τους αρμοδίους αν ένα τμήμα του εδώ Πανεπιστημίου Αιγαίου στεγάζεται σε ξενοδοχείο...

Θλιβερές σκέψεις,μια μέρα μετά από τον γιορτασμό εκείνης της ημέρας του Νοέμβρη, που το σύνθημα "ψωμί παιδεία ελευθερία" ακούγεται τόσο επίκαιρο.Σα να μη πέρασε μια μέρα...
Παιδεία.' Ενα αίτημα σε κυβερνήσεις αλλά και εκπαιδευτική κοινότητα.
Η μόνιμη άρνηση, οι στείρες καταλήψεις, οι καταστροφές δημόσιας περιουσίας, η απαίτηση για την βελτίωση ολόκληρου του συστήματος της παιδείας περνάει πρώτα μέσα από αυτούς που την διατυπώνουν...

' Eνα μίσος...

" Ο κίνδυνος των ημερών μας δεν είναι αυτό που ονομάζουμε εμφύλιο πόλεμο.
Είναι αλήθεια ότι η αντίθεση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς τείνει να παραγκωνιστεί από τη δυσκολία στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής και θρησκείας, γεγονός που δε διορθώνει τα πράγματα.
Έχω όμως την εντύπωση ότι ο μανιασμένος αγώνας μεταξύ των κομμάτων και ενίοτε μεταξύ των ατόμων ενισχύει τους σημερινούς διαχωρισμούς μεταξύ των πολιτών. 
Ακούω πολύ ραδιόφωνο, αφού δεν μπορώ πλέον να διαβάσω, και με
εντυπωσιάζει η εχθρότητα, η αδικία των επικρίσεων που ανταλλάσσουν τα αντίπαλα μέρη. 
Συγκρίνοντας τη σοφία με την οποία αντιμετωπιζόταν 
το ζήτημα της αντίθεσης πλούσιων και φτωχών στα αθηναϊκά μας κείμενα,δεν μπορώ παρά να ανησυχώ με τις άδικες αποδοκιμασίες που ανταλλάσσονται από κάθε πλευρά. 
Τα κόμματα χειραγωγούν σήμερα αυτό το ζήτημα, και ο Τύπος λειτουργεί ως αντίλαλος. 
Ένα μίσος διαχέεται στην κοινωνία: δε διαβάζετε αυτές τις περιγραφές του τερατώδους και εγωιστικού πλούτου των μετόχων,που έχει αποκτηθεί εις βάρος των φτωχότερων;" 
Jacqueline de Romilly ("Πόσο επίκαιρη είναι η αθηναϊκή δημοκρατία σήμερα;")

(Εξέχουσα ελληνίστρια της εποχής μας με διεθνή αναγνώριση. Ανάλωσε τη ζωή της στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Καρπός αυτής της αφοσίωσης είναι περισσότερα από είκοσι βιβλία για τα μεγάλα κλασικά κείμενα, το αρχαίο θέατρο και τους τραγικούς, τον Όμηρο και τους σοφιστές, τα προβλήματα της ελληνικής δημοκρατίας, τον ανθρωπισμό στην ελληνική σκέψη και την εξέλιξη του νόμου στα κλασικά κείμενα.Οσοι συνάντησαν αυτή τη μικροκαμωμένη γυναίκα με τα μπλε μάτια και τα λευκά μαλλιά, διαπίστωσαν ότι τα ελληνικά την έκαναν ευτυχισμένη, ότι τη διέκρινε μια βαθειά εσωτερική γαλήνη και ότι ήταν ένας άνθρωπος παθιασμένος και με χιούμορ παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ήταν τυφλή.)

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Eτούτα εδώ τα μάρμαρα...

Mια είδηση που πέρασε στα "ψιλά".

"Το Μουσείο της Ακρόπολης πήρε το βραβείο του καλύτερου μουσείου στον κόσμο, δια χειρός της Ένωσης Δημοσιογράφων Τουριστικών Συντακτών Μεγάλης Βρετανίας.
To βραβείο παρέλαβε ο υφυπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού, κ. Γιώργος Νικητιάδης, εκπροσωπώντας την κυβέρνηση, σε ειδική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο. Ο υφυπουργός, δήλωσε ότι με τη βράβευση αυτή έπεσε και το τελευταίο τείχος, δίνοντας νέα ώθηση στην υπόθεση της επιστροφής των Μαρμάρων στην Ελλάδα".

Αν δεν είχαμε να αναλύουμε ψήφους και μηνύματα, ως καλοί νεοέλληνες θα βλέπαμε αόρατη απειλή πίσω από την βράβευση.
"Μας δίνουν το βραβείο για να ξεχάσουμε τα μάρμαρα που μας έκλεψαν".
Και θα άρχιζε πάλι η συζήτηση, θα θυμόμασταν πάλι τα γκρουπάκια του fb για να κάνουμε κλικ και να γυρίσουν τα μάρμαρα, θα σκίζαμε τα ιματιά μας οι ιδιοκτήτες,
Γιατί μόνο έτσι τα αξιολογούμε και τα διεκδικούμε. Σαν ιδιοκτησία.Από εγωϊσμό.
Και πάντα παρεπιπτόντως.Κάθε φορά που θίγονται τα ιερά και τα όσια της φυλής και μαζί μ’ αυτά ο εγωισμός μας
Μόνο που η Τέχνη είναι οικουμενική.Δεν έχει ιδιοκτήτες.
Τα μάρμαρα αυτά είναι Τέχνη. Μια Τέχνη ενός Πολιτισμού που υπήρχε στη χώρα που ζούμε.
Ενός πολιτισμού που ήταν  νοοτροπία, αισθητική, κουλτούρα, τέχνη, φιλοσοφία, τρόπος ζωής. Τι απ’ όλα αυτά μας έχει απομείνει σήμερα;
Το όραμα;;
Το όραμα ενός ανθρώπου έχει νόημα όταν είναι κι ο ίδιος ζωντανός.
Μνημεία-όμηροι διεκδικήσεων.
Εμείς, που ξιφουλκούμε διαρκώς για το παρελθόν μας, είμαστε οι πρώτοι που νοικιάζουμε τα μνημεία μας σαν να είναι μπουζουξίδικα, αν δεν τα αφήσουμε στη φθορά της αδιαφορίας των κατά καιρούς υπουργείων Πολιτισμού...

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Αντί επετείου...

Κάθησες λένε στον καναπέ και κοίταζες να πηγαινοέρχονται οι "αυτοδιοικητικές δυνάμεις" για σένα χωρίς εσένα.
Δεν το πιστεύεις ούτε εσύ ο ίδιος.
Εσύ το νιάτο της "χρυσής" γενιάς του Πολυτεχνείου.
Εσένα που όλος ο κόσμος ήταν στα πόδια σου.
'Εβγαινες στους δρόμους, αψηφούσες τα τανκς, τους χωροφύλακες, τους ΕΣΑτζήδες, τα'βαζες με όσους σου είχαν επιβληθεί, σε όσους σου επέβαλαν.
Δεν μπόρεσε να σε τραυματίσει τίποτε. Βγήκες απ' αυτά με ατόφιες και μεγαλωμένες τις ιδέες, τα οράματα, τις ευαισθησίες για έναν κόσμο καλύτερο.
Σ' 'επεισαν τα κόμματα να συντονιστείς μαζί τους για να δρας καλύτερα.
Συντονίζεσαι.Γράφεσαι και στα συνδικάτα τους.Ακολουθείς "γραμμή" ,ανεβαίνεις, παίρνεις πόστα, φτάνεις ψηλά εκεί που παίρνονται οι αποφάσεις.
Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται...
Ο λαός επιτέλους κέρδιζει την εξουσία.
' Εχεις μεγαλώσει, έκανες οικογένεια, δεν έχεις μακριά μαλλιά πια,δεν χρησιμοποιείς λεωφορείο,αγόρασες αυτοκίνητο, σπίτι, αλλά αυτή η σπίθα καίει ακόμη στα μάτια σου.
Κοιτάς τα παιδιά σου να μεγαλώνουν σε εποχές αισιοδοξίας, ανοιχτού ορίζοντα και ευμάρειας.
Κι αυτά σε κοιτούν μέρα με τη μέρα να εγκαταλείπεις τον συναισθηματικό σου πλούτο, τον ρομαντισμό σου, τις ιδέες σου, να ασπάζεσαι την "ιδεολογία" του χρήματος ( με όλα τα μέσα ...), τον άκρατο καταναλωτισμό.
Σε κοιτούν απ' το "χρυσό κλουβί" που τα έβαλες με όλα τα καλούδια και τα γκάτζετ τους, να γεμίζεις το ψυγείο, το σπίτι, το εξοχικό,τις ντουλάπες κανοντάς τα να πιστεύουν πως αυτά τα κάνουμε με δανεικά και πιστωτικές.
Γιατί πια δεν μιλάτε...Δεν τους έχεις πει πως αυτά γίνονται δουλεύοντας.
Και μ' όλα αυτά δεν πρόσεξες...Την μεταλλαξή σου!
Εξουσία, χρήμα, δόξα...Κάθε ένα χωριστά κι όλα μαζί η μεταλλαξή σου.
Δεν μπόρεσες να ισορροπήσεις...Παράτησες την ευλογία που είχες ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ!
' Εσβησε η σπίθα απ' τα μάτια σου.
Μην κοιτάξεις...Δεν θα'ρθει εκείνο το άγριο πνεύμα του '73 τότε που
"Η πλατεία ήταν γεμάτη
με το νόημα που 'χει κάτι
απ' τις φωτιές..."
να σε συναντήσει "στην αυλή του φθινόπωρου" Στουρνάρη και Πατησίων.
Τζάπα σ' εμπιστεύθηκε Μαρία , Ορέστη , Κώστα, Ελένη, Δημήτρη, Χρήστο...
Εμείς η γενιά της μηδενικής ενοχής.
Εμείς του '60 οι εκδρομείς...

"Τι φταίνε τώρα οι μαύροι κυβερνώντες,
οι "Κάππα", τα "ΠΑΣΟΚ" και τα "Νου Δου;"
Εμείς το εμφυσήσαμε το νέφος
που εντός του επωάσθηκαν όλοι αυτοί,
εμείς με τις αιώνιες τις δυσθυμίες μας
με το κενό και με το αμφισβητώ
σαν πετρωμένοι μέσα στο καθιστικό..."

Πάμε κι εμεις

Πάμε κι μεις
Στην αυλή του φθινόπωρου



τότε που
Η πλατεία ήταν γεμάτη
με το νόημα που 'χει κάτι
απ' τις φωτιές



Πάμε κι εμείς

Εμείς, του 60 οι εκδρομείς, απόμακροι εξαρχής
εκτός παραδομένου κόσμου εμείς,
ανήλικοι διαρκώς, μα κι απ’το καθεστώς
αμόλυντοι ευτυχώς.
Εμείς, μιας δίψυχης ωδής, παράλογα ανοιχτής,
με συμπεριφορές ανατροπής,
και της βαθιάς μας ζωής, της συντηρητικής,
εμείς οι εκκρεμείς.
Χρονιές, με αίμα και φωτιές,
και Χούντας, κι Ιουλιανές, και της Μεταπολίτευσης φωνές,
αυτού του συρφετού, του δημοκρατικού
του νέου εγωισμού.
Εμείς, υπόγειας διαδρομής, το ‘83 παχύς,
με Τραπεζάκια Έξω ευτυχής,
σε κύμα ξαφνικό, στο Ολυμπιακό,
στο απόλυτο κενό.
Χιονιάς, βραδιές αστροφεγγιάς, το βούισμα της συκιάς,
σ’αυτή την ηλικία, ή μιλάς
της καθεμιάς γενιάς, καινούριας και παλιάς,
ή κλείνεις και σιωπάς.
Σχεδόν...45 ετών, με μπλοκ επιταγών,
χωρίς κανένα αντίκρυσμα εξόν
τη γη του θησαυρού, τους τιτλους τ’ουρανού
το αίμα του θεού.

Πάμε να δεις στην αυλή που μεγάλωσαν
Δυο παιδιά ερωτευμένα
δυο παιδιά του καημού...

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

αλλιώς τη βάψαμε ...

Φτιάχνουν απόψε με κουρέλια και σανίδια
έναν συνοικισμό αυτόνομο
Αυτοί που ψάχνουν για διαμάντια στα σκουπίδια
και στον υπόνομο
Και συ που ψάχνεις το κουκί και το ρεβύθι
στο τέλμα αυτό που βυθιζόμαστε
Φτιάξε μαζί τους το δικό σου παραμύθι

Μες το δικό σου παραμύθι ξαναβρέστο
το ξεχασμένο μονοπάτι σου
Και ξαναχάστο, ξαναβρέστo, ξαναπέστο
το τραγουδάκι σου

Ξελεύθερώνω την ωραία πεταλούδα
από τη σφραγισμένη γυάλα της
Να σου χαρίσει τα φτερά της τα βελούδα
και τα μεγάλα της

Γιατί να ψάχνεις τριαντάφυλλα στα στήθη
αυτών που χάμω τα πετάξανε
Φτιάξε καρδιά μου
το δικό σου παραμύθι
αλλιώς τη βάψαμε 

Φτιάχνω απόψε με κουρέλια και σανίδια
έναν συνοικισμό αυτόνομο
Αυτούς που ψάχνουν για διαμάντια στα σκουπίδια
και στον υπόνομο
 
Γιατί να ψάχνω το κουκί και το ρεβύθι
στο τέλμα αυτό που βυθιζόμαστε
Φτιάχνω μαζί σας το δικό μας παραμύθι
γιατί χανόμαστε...

 

Μια ορχήστρα με χρώματα...

14 Nοεμβρίου 1989 o Mάνος Χατζιδάκις ιδρύει την "Ορχήστρα των Χρωμάτων".
"Ο Μάνος Χατζιδάκις οραματιζόταν ένα επίλεκτο συμφωνικό σύνολο, το οποίο να παρουσιάζει πρωτότυπα προγράμματα, με συνδυασμούς έργων που συνήθως δεν καλύπτονται από συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες" 
Το όραμα του μία ορχήστρα που να ακροβατεί συνειδητά πάνω από τα συνηθισμένα...

Στις 23 Νοεμβρίου, ο ιδρυτής και πρώτος διευθυντής της, διευθύνει στο Θέατρο "Παλλάς",την πρώτη της συναυλία με έργα Bach, Mozart, Vivaldi και Brahms και σολίστ τη Ντόρα Μπακοπούλου
Ο ίδιος υπήρξε ο διευθυντής και αρχιμουσικός της Ορχήστρας μέχρι το θάνατό του το 1994.
Η τελευταία συναυλία που διηύθυνε ο ίδιος ήταν στις 22 Φεβρουαρίου του 1993 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με τίτλο "Διαμαρτυρία κατά του Νεοναζισμού".

Τέλη του 1994, μόλις δηλαδή μισό χρόνο από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι, ο Θάνος Μικρούτσικος, Υπουργός Πολιτισμού τότε, τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον ιδρυτή της Ορχήστρας και εξασφάλισε την επιβίωσή της, με τη βοήθεια του κράτους αυτή τη φορά. Έτσι, στις 27 Δεκεμβρίου 1994, ιδρύθηκε νέος φορέας ιδιωτικού δικαίου, επιδοτούμενος από το Υπουργείο Πολιτισμού διατηρώντας την επωνυμία "ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ".
Και φυσικά άρχισαν τα προβλήματα. Γιατί άλλες προτεραιότητες είχαν οι κατά καιρούς υπουργοί Πολιτισμού (λέμε τώρα πολιτισμού...) και οι κάθε λογής Ζαχόπουλοι.
' Εμεναν απλήρωτοι μήνες οι μουσικοί για να επιχορηγείται ο κάθε πικραμένος σύλλογος αθλητικός, εκκλησιαστικός ή πολιτιστικός της κάθε Κάτω Ραχούλας.
Ξέρετε...αυτές τις πολιτιστικές εκδηλώσεις με ...επιδοτούμενο το κάθε σαχλοκούδουνο της νεοελληνικής βλαχοποπ.

Εξακολουθούν να είναι απλήρωτοι οι μουσικοί και με έκπληξη διαβάσαν οι φίλοι της μουσικής στις 3 Νοεμβρίου 2010 προσερχόμενοι στο Μέγαρο Μουσικής, για να παρακολουθήσουν τον ετήσιο διεθνή διαγωνισμό"Διεύθυνσης Ορχήστρας, Δημήτρης Μητρόπουλος"-, επιστολή των μουσικών.
Διαβάζουμε μεταξύ άλλων:

"Δυστυχώς, όμως, αυτήν την περίοδο φαίνεται ότι ο πολιτισμός και η καλλιτεχνική δημιουργία δεν εκτιμούνται. Σήμερα λοιπόν πίσω από το αναλόγιο κάθεται ο μουσικός που αγωνιά για την εξασφάλιση του μισθού του. Είμαστε απλήρωτοι εδώ και οκτώ μήνες. Έτσι, αντί να σκεφτόμαστε με χαρά και έμπνευση το πρόγραμμα της επόμενης συναυλίας, εξαντλούμαστε σε ατέλειωτα τηλεφωνήματα, επικοινωνίες και συναντήσεις προκειμένου να διασφαλίσουμε τη νόμιμη και αναγκαία αμοιβή μας..."

Ο σημαντικός Διεθνής Διαγωνισμός "Δημήτρης Μητρόπουλος" για διευθυντές ορχήστρας και συνθέτες, διοργανώνεται κάθε χρόνο από την Ορχήστρα των Χρωμάτων σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Δυστυχώς δεν βλέπουμε στον προγραμματισμό της Ορχήστρας στην ιστοσελίδα της, κάποια άλλη εκδήλωση ως το τέλος της χρονιάς...
Η τελευταία ήταν αυτή της 3ης Νοεμβρίου.

Βέβαια δεν θα περίμενε ο Μάνος Χατζιδάκης, να είχε διαφορετική τύχη "το τραγούδι του".
Ποιόν αφορούν σήμερα όλα όσα περιγράφει;
Ποιόν αφορά σήμερα ο Πολιτισμός;

"Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό κι ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πλήξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια.
Δεν είναι το τραγούδι μου μια μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική και λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ’ απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες.
Και μην ξεχάσετε. Σαν φύγετε από ΄δω, δεν σας ανήκει παρά μονάχα το αίσθημα, η σκέψη και τα ερωτήματα, που ολόκληρο το βράδυ σας μετέδωσα μέσ’ απ’ τη μουσική μου. Σ’ εμένα απομένει το τραγούδι, η μαγική στιγμή μου, που είναι μια εξαίσια απάντηση αρκεί να με ρωτήστε. Ρωτήστε με λοιπόν. Κι ύστερα σας παρακαλώ σωπάστε! Γιατί θα τραγουδήσω!
Πιστεύω πως η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ’ ένα μύθο κοινό. Κι όπως στον χορό ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας για ν’ ακολουθήσουμε ίδιες ρυθμικές κινήσεις, έτσι και στο τραγούδι ενώνουμε τις ψυχές μας για ν’ ακολουθήσουμε μαζί, τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούριο κι απ’ την αρχή κάθε φορά. Κάθε φορά που νιώθουμε βαθιά την ανάγκη να τραγουδήσουμε. "
" Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι" (Μ.Χατζιδάκις)

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Τα Τείχη...

Πάει κι αυτό...
Εκείνοι διαβάζουν τα..."μηνύματα" όταν δεν αναλώνονται σε επινίκια κι εμένα μου έρχονται στο νου οι φράσεις του Τσαρούχη:
"Στην Ελλάδα όλα γίνονται όπως θέλουν οι μέτριοι."
Χρόνια τώρα κατορθώνουμε με την δήθεν "ελεύθερη επιλογή" μας, να επιλέγουμε τους λιγότερο ανίκανους, τους λιγότερο κακούς.
Χρόνια τώρα με την "δήθεν ελεύθερη επιλογή μας,
"...μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη...
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον
Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω..."

Ανεπαισθήτως χρόνια τώρα έχτιζαν με τούβλα φαυλότητας και ιδιοτέλειας, αυτοί οι μέτριοι, το οικοδόμημα ενός άθλιου πελατειακού και παρασιτικού κράτους, για τις δικές του προτεραιότητες, τα δικά του συμφέροντα πέρα και πάνω από τα δικά μας.
' Ενα οικοδόμημα, με την δική μας ανοχή,  με την δική μας συνναίνεση, με αποτέλεσμα να ελίσσεται χωρίς να δίνει λόγο, χωρίς έλεγχο, χωρίς τιμωρία.
Mεθοδικά, με μοναδικό σκοπό την δική τους προαγωγή, την δική τους διαρκή αναπαραγωγή, τη δική τους επιβίωση , το μοίρασμα προνομίων της εξουσίας ΟΛΩΝ των παρασιτικών οργανισμών που κατ' ευφημισμόν αποκαλούμε "δημοκρατικά πολιτικά κόμματα"

Έγινε κάτι διαφορετικό και σ' αυτές τις εκλογές;
Με την τραγική απουσία θεσμών και την απόλυτη επικράτηση των μετρίων, το μόνο που μας επέτρεψε το πελατειακό σύστημα κράτος,  είναι και πάλι με την "δήθεν ελεύθερη επιλογή" μας,  να επιλέξουμε τους λιγότερο μέτριους.

Με ΜΗ πολιτικές πρακτικές, με μηχανεύματα που επιστρατεύονται προκειμένου να παρασυρθεί ο πολίτης σε διαχείριση της ψήφου του , άσχετη με οποιαδήποτε συνείδηση κοινωνικής ευθύνης, δόθηκε ακόμη μια φορά  πίστωση χρόνου -και μάλιστα για τα χειρότερα- στους ίδιους "άβουλους και μοιραίους αντάμα"...

Μη πολιτικές πρακτικές. Η αιτία  της απουσίας ικανών και άξιων ανθρώπων από τα κοινά.Η αιτία φιμωσής τους...

Χαλάνε τη...σούπα της απαίδευτης και επηρμένης παρέας που μετέτρεψαν τα κόμματα από τόπους παραγωγής ιδεών, σε πελατειακά μαγαζάκια.

Διαβάζω πρωτιές εκλεγμένων.
Οι ίδιοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία που βύθισαν στον βούρκο της διαφθοράς αυτοδιοίκηση και χώρα.

Νέοι άνθρωποι με πίστη σε ιδέες και αξίες,παιδεία, με επιστημονικά εφόδια και όρεξη να προσφέρουν συνετρίβησαν...


Μήπως ήρθε ο καιρός η Νέμεσις "εκείνη που αγαλιάζει με το ορθό και το δίκαιο", να πάρει τον πήχυ και το χαλινάρι της να τιμωρήσει την ΥΒΡΙΝ;
Μήπως " έρχεται η στιγμή για να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις..." ΚΑΠΟΤΕ;
ΙΔΕΕΣ, ΑΞΙΕΣ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΗΘΟΣ και ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ, είναι γύρω σου, σε ανθρώπους που δεν πριμοδοτούνται από κομματικά γραφεία.

Το υποψιάζεσαι, το φοβάσαι, αλλά δεν θέλεις να  δεχτείς...πως δεν υπάρχει κοινό συμφέρον.
Πως  είναι ο κόσμος τους κι ο κόσμος μας.
Αφήνουμε όλοι μαζί τη ζωή να κυλάει μακριά μας χωρίς εμάς.
Και αντέχουμε ακόμη, όλοι εμείς μαζί συνένοχοι, το μέλλον να μας κοιτάζει απορρημένο μέσα από τα μάτια των παιδιών μας;

 

"Αλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·...
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω..."
(Κωνσταντίνος Π. Καβάφης )

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Σαν παιδί...

 

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο
τη ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις.

 

Κι όμως είναι ν΄απορεις πως αυτο το ωραίο τραγούδι
πως αυτή η ζωή η γεμάτη χαρά
έχει γίνει σκληρή
έχει γίνει φτηνή
και τόσο πικραμένη
που είναι πονεμένη

 

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να σου λεν' καλημέρα του κόσμου τα χείλη
τη ζωή να την κάνεις τραγούδι αγάπης
τι όμορφο που είναι να ζείς
σαν παιδί να απορείς και να ζεις

(Ναζίμ Χικμέτ)

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Kάτι αντίθετο απ' την απάτη...

Ανιαρή η παράσταση.
Αναµενόµενη, σε βαθµό αηδίας. Κι αυτή η εμμονή που επιµένει να µας γυρίζει ξανά και ξανά στις διαπιστωµένα χρεοκοπηµένες µας συµπεριφορές, µόνο µε την έξη του χαρτοπαίχτη µπορεί να συγκριθεί, του χαρτοπαίχτη που επιµένει να τζογάρει ξανά και ξανά, ενώ ξέρει ότι έχει χάσει τα πάντα.

Μαθαίνω για κάποιους γενναίους, που αποφάσισαν παρ' όλη την οσμή που αναδυόταν μέσα από τους παπύρους των 293, μέσα από τον οχετό του απαξιωμένου πολιτικού συστήματος, να συμμετάσχουν πιστεύοντας στα οράματα τα δικά μου, τα δικά σας.
Δεν πούλησαν δικό τους μέσα από πανάκριβα σποτάκια, ιλουστρασιόν ψεύτικα χαμόγελα φυλλαδίων,δεν πούλησαν φύκια για μεταξωτές κορδέλλες μέσα από ΜΜΕ,δεν είχαν από πίσω τους γραφεία βουλευτών ή κομματαρχών να τους...προωθούν ( γνωστοί οι...τρόποι...), δεν έσερναν πίσω τους σπόνσορες και τσουβάλια με ευρώ.

Μαθαίνω γι' αυτούς τους κάποιους πως ΜΟΝΟΙ τους, πόρτα πόρτα,"εξέθεταν" εαυτόν, με μοναδικό όπλο, το πάθος, την πίστη τους για τις ιδέες τους , και με όραμα έναν καλύτερο κόσμο.
΄Εναν καλύτερο κόσμο που είναι μακράν από μεταξένιους δρόμους, χρωματιστά παρκάκια,παιδικές χαρές,κορδέλες εγκαινίων, ποδηλατοδρομίες, σχέδια και προοπτικές στα ιλουστρέ φυλλάδια προπαγάνδας. Τον γνωστό οργασμό,λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές.Τον οργασμό του αυτονόητου.
' Εναν καλύτερο κόσμο ΙΔΕΩΝ και ΑΞΙΩΝ (ω!! ναι υπάρχουν και αυτά...)

Μαθαίνω για κάποιους Δον Κιχώτες , με παιδεία και αισθητική, χωρίς φανφάρες και έπαρση, απλούς και κατανοητούς ( γιατί έχουν γνώση και επίγνωση αυτού που θέλησαν να υπηρετήσουν...) πως δεν τα κατάφεραν...
(Είναι πολλά τα λεφτά ' Αρη...Είναι βαθιές οι ρίζες...)

Δεν ξέρω...δεν έχω καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα, αν πρέπει να λυπηθώ ή αν πρέπει να χαρώ...
Ναι να χαρώ, που δεν μπερδεύτηκαν με τα ίδια πάλι σ@@@@...
Δεν ξέρω τι θα ήταν καλύτερο.
Να είναι εκεί και να χάνεται η φωνή τους μέσα στις άναρθρες κραυγές άσχετων,απαίδευτων επηρμένων, να παρακολουθώ το φίμωμά τους από το σύστημα (σιγά που θα τους άφηναν να τους χαλάσουν τη σούπα...) ή να τους έχω εδώ, "έξω", μαζί μου εφεδρεία, για την στιγμή που θα'ρθει(ναι θα'ρθει!!)και θα τους χρειαστώ να μπουν μπροστά, για να ξαναβρούν τα "αδειανά πουκάμισα" των ονείρων μας σάρκα και οστά.
Δεν έχω καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα...
Η ζυγαριά μου κλείνει στο:
"Θα ευχαριστιόμαστε που γινόμαστε
κάτι αντίθετο απ' την απάτη
κι αυτό είναι κάτι..."


Εμείς οι δυο πιο δυνατοί
Εμείς οι δυο- ρώτα με τι
Εμείς οι δυο - τόσο κουτοί
σταθερά
Θα ευχαριστιόμαστε που γινόμαστε
κάτι αντίθετο απ' την απάτη
κι αυτό είναι κάτι

Μετά θα βάλω το καλό μου παλτό
κι ό,τι γύρω είναι βαλτό
Έτσι απλά,μες τα σκουπίδια θα πετώ




Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Το πρόσωπο του τέρατος

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι , να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.
Ο Φρανκεσταϊν έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα ταγκό ελλειπτικό. Δεν υπάρχει Μουσική , ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατελείωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες αριθμοί, όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι, των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το ταγκό να συνεχίζεται , το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της Γής. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούσε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρέματα ή στις αγροτικές φυλακές.
Από την ώρα που ο Φρανκεσταϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται.
Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο ή τέλος πάντων μ’ ένα δυνατό ζώο που βρυχάται. Τι να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε;
Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προϊσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται απ’ τα ζώα και απ’ τους εχθρούς. Κι ο εχθρός γεννιέται, δεν γίνεται. Μας παρακολουθεί απ’ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά και επιζητεί τον αφανισμό μας.
Θα σας θυμίσω μια συνομιλία, τότε μέσα στην τάξη του σχολείου.
Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
-Πώς λέγεσαι , ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
-Βασίλη, του απαντώ.
-Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
-Πάω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει.
-Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός.
Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα και τώρα, σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ. Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιρειών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών , που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα, να προφυλαχθούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες.
Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στην όρθια μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. ΄Ετσι η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.

Το τέρας έχει αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές αρχίζουν την παράστασή τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ και Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο Υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τα μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες, Γάλλοι, Άγγλοι και Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρός σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουν στις τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η Κλασσική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο,. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά απ’ το Δημόσιο Ταμείο.

Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πως θ’ αντιδράσουμε και πώς δεν θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη» από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά.
Κι έτσι όταν παρουσιαζόταν η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη , άμεση και καθοριστική αντίδραση.
Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε το μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα , κι εφάνη στο πρόσωπό του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει,
Αυτό σημαίνει πώς ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πώς δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.
Μάνος Χατζηδάκις
«Τα σχόλια του Τρίτου»Κυριακή 30-7-1978

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Οι χαλασοχώρηδες

Ανέτειλε τέλος η ημέρα της εκλογής και το δημοτικόν σχολείον προς μεγίστην αγαλλίασιν των παιδίων, τα οποία εσχόλασαν ένεκα τούτου από της εσπέρας της Παρασκευής, είχε κοσμηθεί με δύο μικρά κιβώτια φέροντα πέντε κάλπας παμπαλαίας, βαναυσουργείς, μετ’ ακόμψων πιττακίων, φερόντων των υποψηφίων τα ονόματα. Ο κυρ-Αγγελής ο Μαλλίνης επερίμενεν ανυπομόνως την ημέραν ταύτην πότε να ανατείλει.
...
Ο γέρων πρόεδρος υψηλός, ευθυτενής, ογδοηκοντούτης, πάσχων την όρασιν, αναμασών διά χιλιοστήν φοράν τας αναμνήσεις ταύτας, επλησίασε προς το κιβώτιον των καλπών κι έκυψε να ίδει αν αι κάλπαι ήσαν καλώς συνδεδεμέναι, αν η σιδηρά ράβδος είχε προσαρμοσθεί και σφραγισθεί καλώς. Δεν ήτο βέβαιος αν θα έβλεπε καλώς αυτός, ήθελε μόνον να τον ίδωσιν οι άλλοι ότι καλώς επιβλέπει. Αι πέντε κάλπαι συνδεδεμέναι όπως ήσαν διά του χονδρού σύρματος, αλλόκοτοι, ατερπείς, πένθιμοι κατά το ήμισυ, λευκαί και μαύραι, ωμοίαζον με πέντε καταδίκους του κατέργου, το ήμισυ της κεφαλής ξυραφισμένους, δέσμιους με την αυτήν άλυσιν, κύπτοντας επιπόνως, εκτελούντας την ημερησίαν αγγαρείαν εις τον ναύσταθμον. Ο γέρων πρόεδρος έκυψεν επί της μιας πλευράς του πλάτους του κιβωτίου και επί της άλλης κι εκοίταξε διά μακρών τας αρτίως επιτεθείσας σφραγίδας κι επί του στήθους του εκρότησαν ελαφρώς τα παράσημα. Έφερε το αριστείον του αγώνος αργυρούν και δύο αργυρούς σταυρούς του Σωτήρος. 
...
Κατά την τοποθέτησιν των καλπών περί της αλφαβητικής τάξεως προκειμένου, ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης, μέλος της εφορευτικής επιτροπής, όχι διότι εμερολήπτει υπέρ του ενός κόμματος είτε υπέρ του άλλου, αλλ’ εξ ευσυνειδησίας διδασκαλικής, απήτει να τεθεί πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου και δευτέρα η του Αβαρίδου λόγω ότι η ορθή γραφή του ονόματος είναι Αυαρίδης, διά διφθόγγου, το δε αλ προηγείται του αυ. Ισχυρίζετο δε ότι η παραγωγή της λέξεως δεν είναι εκ του αβαρία, καθόσον τότε θα ήτο Αβαριάδης, ούτε εκ του αβαρής δύναται να είναι, διότι δεν δύναται να φαντασθεί τις υποψήφιον βουλευτήν, όστις να μην έχει την απαιτουμένην βαρύτητα. 
...
Έξω, ου μακράν του τόπου της εκλογής, τα πρακτορεία ειργάζοντο δραστηρίως. Το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων έκειτο απέναντι ακριβώς του δημοτικού σχολείου και η μία θύρα αντίκρυζε με την θύραν του σχολείου, η άλλη ήτο κρυφή. Διά της δευτέρας εισήρχοντο οι εκλογείς, επλησίαζον, οδηγούμενοι υπό του Λάμπρου εις γραφείον τι με καινουργή κάγκελλα, αχρωμάτιστα, έσωθεν των οποίων εκάθητο εν μέσω καταστίχων και πλησίον ημιανοίκτου συρταρίου ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος. Εκεί, οι εκλογείς ήκουον «τον κρυφό το λόγο», εφωδιάζοντο με δύο ή τρία «φυσέκια» και εξήρχοντο διά της άλλης θύρας, όπου ο Λάμπρος ο Βατούλας τους προέπεμπεν επιτηρών αυτούς, διά να βλέπει, αν θα μετέβαινον κατ’ ευθείαν εις τον τόπον της εκλογής. Οι πλείστοι, είτε διότι είχαν επισκεφθεί ήδη και το άλλο πρακτορείον, είτε διότι δεν τους επέτρεπεν η συνείδησίς των να λάβωσι και από τα δύο μέρη «κουκουλόσπορο», επήγαιναν κατ’ ευθείαν· μερικοί όμως, ενώ εκαμώνοντο ότι επερίμεναν να εύρουν σειράν διά να εισέλθουν, με τρόπον «το έστριβαν». Τότε ο Λάμπρος ο Βατούλας προσεποιείτο γενναιοτέραν αγανάκτησιν παρ’ όσην πράγματι ησθάνετο. Διότι δεν ήτο και πολύ ευχαριστημένος κατά την ημέραν εκείνην της εκλογής.
...
Το πρακτορείον του άλλου κόμματος έκειτο επίσης ουχί μακράν του σχολείου, αλλ’ όπισθεν, εις ολιγώτερον κεντρικόν μέρος και η θύρα του δεν αντίκρυζε τον τόπον της εκλογής. Όθεν, επειδή ήτο δύσκολον απ’ αυτού του πρακτορείου να επιτηρώσι τους ψηφοφόρους, όσοι εξερχόμενοι μετέβαινον εις τον τόπον της εκλογής ίνα ψηφοφορήσωσιν, ο Μανόλης ο Πολύχρονος ένευε συνήθως εις δύο ή τρεις των στενωτέρων φίλων να τους συνοδεύωσιν, ενίοτε δε και αυτός ο ίδιος τους προέπεμπεν εις τας κάλπας. Ήτο δε λεπτόν και ακανθώδες το πράγμα. Ο συνοδεύων ώφειλε να μη δεικνύει ότι συνοδεύει. Ώφειλε να τους εμβιβάζει με τρόπον εις τον τόπον της εκλογής, χωρίς να κάμνει ότι αυτός τάχα τους ωδήγησε και τους προέπεμψεν όπως ψηφοφορήσωσιν. Οι εντροπαλώτεροι των εκλογέων, σχεδόν όλοι, με όλην την μέθην ήν είχον τινές αυτών, εστενοχωρούντο και διεμαρτύροντο λέγοντες ότι «τι; πρόβατα είμαστε, να μας πάν’ έτσι;». Εν τοσούτω ενομίζετο επάναγκες να τους επιτηρώσιν. Οι πονηρότεροι των ψηφοφόρων μη απαξιούντες να λάβωσι «βαμβακόσπορον» και από τα δύο κόμματα έβαινον μετά της υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε, αν και δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ’ εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. Ολίγοι μόνον εκλογείς εφόρουν φανερά το σημείον του κόμματος, άσπρην κορδέλλαν ως Χαλασοχώρηδες ή κοκκίνην ως Ανδρογυνοχωρίστρες. Πολλοί δε, αν και εβιάζοντο υπό των κομματαρχών των δύο μερίδων να φορέσωσιν εις απόκεντρον μέρος το λευκόν ή ερυθρόν σήμα, ευθύς ως επρόβαλλαν εις την αγοράν, το απέσπων από της κομβιοδόχης των και το έκρυπταν εις το θυλάκιον.
Ο «βαμβακόσπορος», τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και πέντε ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις και τέσσαρας. Είχαν φέρει επί κραβάτου και τον γερο-Κώσταν τον Γιουλάρην, δυστυχή παραλυτικόν, ίνα ψηφοφορήσει υπέρ των Χαλασοχώρηδων. Αλλοκότως δε πένθιμον ήτο το θέαμα του ταλαιπώρου πρεσβύτου, βασταζομένου επί φορείου υπό  τριών ρωμαλέων ανδρών, εισκομιζομένου εις τον τόπον της εκλογής, περιαγομένου έμπροσθεν των καλπών, μετά κόπου κινούντος τον βραχίονα και ρίπτοντος εις το «σκασμένον» στόμιον τα σφαιρίδια. Είχαν φέρει από τα Καλύβια και τον μπαρμπα-Γιώργην τον Ξοπούλην, αγροίκον, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε καταβεί εικοσάκις εις την πόλιν και τούτο μόνον εν καιρώ εκλογών. Του είχον τάξει ζεύγος τσαρουχίων και μίαν τραγόκαπαν και ούτως επείσθη να έλθει. Κατήλθε περί την μεσημβρίαν με όλον το αιπόλιόν του, μη εμπιστευόμενος να το αφήσει προς ώραν εις την φροντίδα άλλου βοσκού. Έφερε τας αίγας του έως εις τα πρόθυρα του σχολείου, εισήχθη εις το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων, είτα ευθύς μετέβη εις τον τόπον της εκλογής κρατών και την πήραν του ανηρτημένην υπο την αριστεράν μασχάλην, μόλις πεισθείς ν’ αφήσει την μαγκούραν του έξω της θύρας. Εισήλθεν, εχαιρέτησε την επιτροπήν και τους παρεστώτας, ειπών «γεια σας». Εψηφοφόρησεν, εξήλθεν αμέσως και συρίξας συνήγαγε το αιπόλιόν του και απήλθεν εν βοή και κωδωνισμώ.  
Οι Ανδρογυνοχωρίστρες έδωκαν αντί χαρτονομίσματος εξώφυλλα σιγαροχάρτου επίχρυσα και κυανίζοντα εις τον Γιάννην Ψειροκόνιδαν, βλάκα εκ γενετής, ον από εβδομάδος δεν έπαυσαν εμπράκτως να διδάσκωσιν όπως μάθει να διακρίνει το λευκόν και το μέλαν της κάλπης, αποστηθίσει δε και των υποψηφίων τα ονόματα. Έδωκαν προσέτι τρία παλαιά σβάντζικα αυστριακά εις τον μαστρο-Δημητρόν τον Λογαριασμόν, όστις δεν είχε μάθει ν’ αναγνωρίζει άλλο νόμισμα, όπως ψηφοφορήσει υπέρ των ιδικών των. Είχε προσαχθεί το πρωί φορών την κοκκίνην σκούφιαν του «αποκαής» ακόμη από την εσπερινήν κραιπάλην και δεν εχρειάσθη περισσότερον από δύο μαστίχας διά να μεθύσει εντελώς.
… 
Τώρα, δεν τους βλέπεις και τα δύο κόμματα διά ποίων μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού, δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των, δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν των λογιστηρίων; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να μετρούν δεκάρες;
 Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν του γέροντα χωρικόν, όστις, εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων, είχε σταθεί ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον έσχισε κι εμέτρα, διά να ίδει αν ήσαν σωστές οι δεκάρες. Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί του: «Τέσσαρες δραχμές βάσταξ’ η ψυχή του;… τέσσαρες, όχι παραπάνω… έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες, πέντε, εξ, εφτά, οχτώ, εννιά… μία δραχμή… Έχουμε και λέμε…» Κι επειδή ευκόλως έχανε τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν.
-         Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών.
-         Τους βλέπω, απήντησεν ο ομολητής του.
-         Λοιπόν, αύριον, να έχεις όρεξιν ν’ ακούεις τα παράπονα των ηττημένων. Όσοι θα είναι εν αποτυχία θα χαλάσουν τον κόσμον με τις φωνές, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών μέσων, θα υποβάλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το κύρος της εκλογής, λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτει η συνείδησις επί τω ότι και αυτοί μετήλθον το αυτό μέσον. «Ουδέ φοβούνται τον Θεόν, ότι εν αυτώ κρίματί εισι».
-         Δι’ αυτό λοιπόν συ δεν πηγαίνεις να ψηφοφορήσεις; ηρώτησεν ο άλλος.
...
Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είναι δεδομένον τι και αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγεννήθη, πώς γεννάται φυσικώς η δωροδοκία.
  Υπόθεσε, φίλε, ότι σ’ εκυρίευσε και σε έξαφνα η φιλοδοξία του Γιαννάκου του Χαρτουλάριου, ότι επεθύμησες να γίνεις βουλευτής διά να υπηρετήσεις το έθνος. Διά να επιθυμήσεις τούτο, σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είναι η νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είναι των πεινασμένων το νόσημα. Εξέρχεσαι εις την αγοράν, βγάζεις λόγον και παρακαλείς τους προσφιλείς συμπολίτας να σε τιμήσωσι διά της ψήφου των. Αλλ’ είσαι άραγε εις θέσιν να ηξεύρεις πόσοι εκ των προσφιλών συμπολιτών σου είναι χορτάτοι και πόσοι δεν είναι; Μην αμφιβάλλεις ότι οι πλείστοι είναι πεινασμένοι, διότι αν δεν ήσαν, όλοι θα έβγαζαν κάλπας διά να γίνουν βουλευταί. Αλλά μεταξύ των ακροατών σου, μεταξύ των προσφιλών σου συμπολιτών, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ότι ευρίσκονται τινές, εις, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, κατά γράμμα πεινασμένοι. Τώρα, την ημέραν της εκλογής, πώς απαιτείς να υπάγει άνθρωπος πεινασμένος, άνθρωπος όστις θα ψαύει την κοιλίαν του ως έγχορδον όργανον, άνθρωπος όστις δεν θα έχει την δύναμιν να ίσταται και να βαδίζει, πώς απαιτείς τοιούτος άνθρωπος να υπάγει να ψηφοφορήσει εις την κάλπην σου και να σου δώσει μάλιστα λευκήν ψήφον; Φυσικόν είναι, αφού θα λάβει τον κόπον προς χάριν σου, να του δώσεις τουλάχιστον να φάγει δι’ εκείνην την ημέραν.
  Εάν δεν του δώσεις χρήματα, θα του προσφέρεις γεύμα. Και τούτο δωροδοκία δεν είναι; Ή θα του στείλεις κατ’ οίκον βακαλιάρον και σαρδέλλες και οίνον. Δωροδοκία και τούτο. Εάν δεν σπεύσεις εγκαίρως συ, θα σε προλάβει ο αντίπαλός σου, όστις θα φορεί τον κόθορνον της φιλανθρωπίας αμφιδεξιώτερον.
  Ιδού πόθεν εγεννήθη η δωροδοκία. Πώς θέλεις να ενδιαφέρεται ο αγρότης, ο βοσκός, ο πορθμεύς, ο ναύτης, ο εργάτης, ο αχθοφόρος, πώς θέλεις να ενδιαφέρωνται διά τον Καψιμαΐδην και τον Γεροντιάδην αν θα γίνωσι βουλευταί ή όχι; Εκείνοι είναι χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα, φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και θέλουν να φάγωσι. Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν. Αλλ’ αφού θητεύουσιν επιπόνως και δεν επαρκούν να τραφώσιν εκ του ιδρώτος των, αφού οι λεγόμενοι αντιπρόσωποί των δεν παύουν να ψηφίζωσιν ελαφρά τη καρδία φόρους και φόρους και πάλιν φόρους, ας τους θρέψωσιν επί μίαν ημέραν εκ του βαλαντίου των.
Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος πλουτοκρατία είναι άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ’ αποκτώνται τ’ αξιώματα; Πράγμα το οποίον έχασε προ πολλού πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είναι κτητόν. Και ούτως επόμενον ήτο να καταντήσουν τα πράγματα. «Ουδέν κακόν άμικτον καλού». Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις πολιτευτής εις τα μέρη ταύτα.
 ...
Αλλ’ ιδού ήγγιζε ήδη το πέρας της αγωνίας των υποψηφίων, της ανησυχίας των κομματαρχών και ψηφοθηρών και της ενοχλήσεως τόσου κόσμου, και ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, φιλάνθρωπος λίαν, απήτει να προβώσιν εις την διαλογήν μίαν ώραν αρχήτερα.
Το πράγμα δεν ήρεσεν εις τον πρόεδρον, τον γερο-Νιαουστέα, όστις ολίγην ευχαρίστησιν είχεν αισθανθεί εκ της προεδρίας του καθ’ όλην την ημέραν. Διότι δεν ήτο αληθώς πρόεδρος ειμή της μειονοψηφίας της επιτροπής, ήτοι του ελληνοδιδασκάλου κ. Μυροκλείδου. Η πλειονοψηφία, απειθής, αχαλίνωτος, τον αντέπραττεν, έκαμνεν «του κεφαλιού της», ως να μην ήτο αυτός πρόεδρος.
-         Δεν είναι ακόμα ώρα, κυρ-Ανδρέα, είπεν ο κ.Νιαουστεύς. Από τώρα να κλείσουμε;
-         Είναι επτά και πέντε, αντέλεξεν ο Απίκος.
-         Είναι επτά παρά είκοσι, επέμενεν ο πρόεδρος.
-         Κι εγώ έχω επτά παρά τρία, είπε το άλλο μέλος της επιτροπής.
-         Κι εγώ επτά παρά δέκα.
-         Κι εγώ έχω έξ και δεκαοκτώ, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.
-         Είναι επτά η ώρα, επέμεινεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος. Δεν βλέπετε που ο ήλιος εβασίλεψε! Εις τας επτά γράφει και το πρόγραμμα.
-         Γράφει εις τας επτά και είκοσι δύο λεπτά, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.
-         Ως που να κλείσουμε τις κάλπες και να υπογράψουμε το πρακτικό θα πάει εφτάμιση.
-         Εγώ είμαι ο πρόεδρος, είπεν αγερώχως ο κ. Νιαουστεύς.
-         Ημείς είμαστε η πλειονοψηφία.
...
-         Και πού ηκούσθη αυτό, να προστάττει η πλειονοψηφία τον πρόεδρον; ήρχισε ν’ απαγγέλλει εν είδει λογυδρίου ο ελληνοδιδάσκαλος. Σφετερίζεσθε αλλότρια δικαιώματα. Φατριάζετε. Δεν σέβεσθε τους γεροντοτέρους σας. Ο κύριος πρόεδρος… ο κύριος πρόεδρος, κύριοι, είναι…
-         Κήρυξ, εφώναξε προς την θύραν στραφείς ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος βλέπων ότι η ώρα παρήρχετο.
  Ο κήρυξ, όστις ανήκε φαίνεται εις τους Ανδρογυνοχωρίστρες, μυρισθείς ότι κάτι τον ήθελαν, είχε πλησιάσει προς την θύραν.
-         Κήρυξ, επανέλαβεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε δυνατά τρεις φορές, όποιος είναι για να ψηφοφορήσει να ‘ρθεί, γιατί θα κλείσουμε τις κάλπες.
Ο κήρυξ επανέλαβε διά τον τύπον τρις, χύμα και με νυστασμένην φωνήν:«Όποιος δεν εψηφοφόρησε να τρέξει αμέσως, γιατί θα κλείσουν οι κάλπες».
Συγχρόνως τα τρία μέλη της πλειονοψηφίας, χωρίς να περιμένωσιν όπως παρέλθωσιν ολίγα λεπτά, άνευ των οποίων ουδεμίαν είχεν έννοιαν η κλήσις του κήρυκος, προέβησαν εν σπουδή παρά τας διαμαρτυρίας του προέδρου και του ελληνοδιδασκάλου εις το κλείσιμον των δύο κιβωτίων.
-         Κήρυξ, έκραξεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε ότι η ψηφοφορία ετελείωσε και ότι αρχίζει η διαλογή.
  Ο κήρυξ ήνοιξε το στόμα όπως εκτελέσει την διαταγήν ταύτην, όταν εις την θύραν του σχολείου εφάνη ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος ακολουθούμενος υπό των πέντε αχωρίστων φίλων, των περί τον Κουσερήν και τον Απίκραντον.
-         Πώς! αρχίζει η διαλογή; εψέλλισε με ηλλοιωμένον το πρόσωπον ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος.
-         Φώναξε! υπέγρυξε προς τον κήρυκα ο κυρ-Ανδρέας, ευθύς ως είδε τα νέα εμφανισθέντα πρόσωπα.
  Ο κήρυξ εφώνησεν: «Η ψηφοφορία ετελείωσε, κύριοι! άρχεται η διαλογή…».
  Εν τω μεταξύ εστάλη έγγραφον προς τον Ειρηνοδίκην, αντιπρόσωπον του Επάρχου, όπως ευαρεστηθεί να προσέλθει, διά να πρωτοστατήσει εις την διαλογήν.
  Ο πρόεδρος και ο ελληνοδιδάσκαλος εκόντες άκοντες υπέγραψαν το έγγραφον τούτο ως και το πρακτικόν της λήξεως της ψηφοφορίας.
....
Όταν ήλθεν ο αντιπρόσωπος της διοικητικής αρχής και ήρχισεν η διαλογή, ηκούετο ακόμη η λογομαχία των έξ ανθρώπων έξωθεν του σχολείου. Ύστερον εγνώσθη ότι εξευρέθη μέσος όρος κι επήλθε συμβιβασμός, τον οποίον διά το ασκανδάλιστον ηναγκάσθη να παραδεχθεί ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος.
...
Την αγγελίαν ενός εκάστου των αποτελεσμάτων υπεδέχετο έξω ο λαός δι’ επευφημιών, δι’ αλαλαγμών και καγχασμών ευθυμοτάτων.
Την αυτήν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας έσπευσε να τηλεγραφήσει εις τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον πολλά συγχαρητήρια και πολλά εγκώμια διά τον εαυτόν του, λόγω ότι καίτοι μόνος υπηρετών αυτόν, πρώτην φοράν εκτεθέντα ως υποψήφιον, καίτοι πολεμούμενος λυσσωδώς από δύο ισχυρότατα κόμματα, κατώρθωσεν ουχ ήττον να του δώσει τόσας ψήφους.
Μετ’ ολίγας ώρας ήλθε τηλεγραφικώς το γενικόν της επαρχίας αποτέλεσμα και πολλοί τενεκέδες εβρόντησαν ως συνήθως εις βάρος των αποτυχόντων Καψιμαΐδου, Αβαρίδου και Χαρτουλαρίου.
Εξελέχθησαν δε ευτυχώς βουελυταί της επαρχίας ο κ. Γεροντιάδης διά ψήφων 1239 και ο κ. Αλικιάδης διά ψήφων 1158 απέναντι 1644 ψηφοφορησάντων εις τους τέσσαρας δήμους.
Και ούτω διπλούν επήλθε κέρδος. Πρώτον ησύχασε προς καιρόν ο κόσμος και δεύτερον δεν εκλείσθη το στάδιον των δύο προμνημονευθέντων πολιτευτών, οίτινες έμελλον να συνεχίσωσιν επί μίαν εισέτι περίοδον τας διακεκριμένας υπηρεσίας των, ο είς διά τα γενικά του έθνους συμφέροντα, ο έτερος διά τα δημόσια έργα της επαρχίας.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
  (1892)



'Ολο το απολαυστικό κείμενο"Οι χαλασοχώρηδες" ΕΔΩ