Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Αντί για φώτα...



Σκεπτόμουν τι θα ήταν αυτό σήμερα- παγκόσμια ημέρα Ηλικιωμένων λέει-που θα μπορούσα να πω στους παππούδες και τις γιαγιάδες της γενιάς μου.

'Εψαξα για κάτι χαρούμενο όπως ταιριάζει στις γιορτές.
Δεν μου βαίνει τίποτε στο χαρούμενό του...
Αυτά θα τα χαρμόσυνα θα τ' αφήσω για τους ρήτορες που θα ρίξουν τα φώτα πάνω στην Παγκόσμια Ημέρα.
Και όπως σε κάθε "παγκόσμια" θα ξεχαστεί ο λόγος της γιορτής μόλις σημάνουν μεσάνυχτα.
Οι ηλικιωμένοι της γενιάς μου δεν ξέρω αν γιορτάζουν σήμερα.Αν πολλοί απ'αυτούς θα έχουν λόγο να νοιώθουν περήφανοι για την ημέρα που τους αφιερώνουμε.
Μακριά από τον ρόλο του παππού και της γιαγιάς που εμείς σαν παιδιά γνωρίσαμε και που εμείς οι ίδιοι βιαίως τον αλλάξαμε, "πρόσφυγες" σε οίκους ευγηρείας , "διωγμένοι" από την "θαλπωρή" της ίδιας τους της χώρας πως να αισθάνονται άραγε;
' Ισως αν δεν σβήσουμε τα φώτα που θ' ανάψουν υποκριτικά οι ρήτορες σήμερα για τα "περήφανα γηρατειά", αν και μετά τα μεσάνυχτα, και αύριο και μεθαύριο και κάθε μέρα , φωτίζουμε τις μέρες τους με ένα χάδι στα ρυτιδιασμένα τους χέρια, ίσως συνεχίσουν να ταξιδεύουν με δακρυσμένα μάτια αλλά τα δάκρυα θα'ναι δάκρυα χαράς...
Το απόσπασμα αυτό απ' το μυθιστόρημα «Αιολική γη» του Ηλ. Βενέζη πάντα μου έφερνε μια γλυκειά μελαγχολία για τους παππούδες και τις γιαγιάδες...

«Τα άστρα όλα έχουν βγει. Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα παιδικά όνειρα μας. Το κύμα χτυπά τη μάσκα του καϊκιού μας και τα κοιμίζει. Κοιμηθείτε όνειρα μας. Στην ξένη χώρα που πάμε, πρόσφυγες, τι άραγες να μας περιμένει, τι μέρες να είναι ν' ανατείλουν;

Η Λένα αποκοιμήθηκε. Ήθελε πολύ τον τόπο με το κοκκινόχωμα. Εκεί θα ζούσε με τον άντρα που θα 'παιρνε, και θα 'κανε πολλά παιδιά, και θα είχαν κουνέλια και περιστέρια κι άλλα πολλά. Όχι, η Λένα δε μελετούσε ταξίδια σε θάλασσες. Δεν ήθελε να τη χωρίσουν απ' τα Κιμιντένια. Δεν το ήθελε.

Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρα μας.

Η γιαγιά μας κουράστηκε. Θέλει γα γείρει το κεφάλι της στα στήθια του παππού, που έχει καρφωμένα πίσω τα μάτια του μπας και ξεχωρίσει τίποτα απ' τη στεριά τίποτα απ' τα Κιμιντένια. Μα πια 6ε φαίνεται τίποτα, Η νύχτα ρούφηξε μέσα της τα οχήματα και τους όγκους.

Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την μποδίζει και δεν μπορεί νια βρει το κεφάλι ησυχία : σαν ένας βώλος να είναι κάτω απ' το πουκάμισο του γέροντα.

-Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα. Ο παππούς φέρνει το χέρι του, Το χώνει κάτω; απ' το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.

-Τι είναι;

-Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά α παππούς, σαν παιδί που

έφταιξε.

Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.

-Χώμα!

Ναι. λίγο χώμα απ' τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό της λέει στον ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.

Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντίλι όπου είναι τυλιγμένο το χώμα. Ψάχνουν κει μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σαν να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους, δακρυσμένα, στέκουν εκεί.

-Δεν είναι τίποτα λέω. Λίγο χώμα. Λίγο χώμα. Γη, Αιολική Γη, Γη του τόπου μου.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου