Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Je ne sais plus mon nom, je m'appelle Patrie!



Την ώρα που η Γαλλία κύρηττε εθνικό πένθος στις 22 Μαίου του 1885,για τον θάνατο του Victor Marie Vicomte Hugo,την ώρα που δύο περίπου εκατομμύρια κόσμου συνόδευσαν τον επιφανή νεκρό από την Αψίδα του Θριάμβου, όπου είχε τοποθετηθεί η σορός του, στο Πάνθεον, που ορίστηκε ως τελευταία του κατοικία ο Εμμανοήλ Ροίδης έγραφε για τον ποιητή και των συγγραφέα των παιδικών μας χρόνων.


Φίλτατε «Ραμπαγᾶ!» Μοὶ ζητεῖς ἄρθρον καὶ ἄρθρον μακρὸν ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Βίκτωρος Οὐγκώ!

Τί δύναταί τις νὰ γράψη, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐγράφη ἀπὸ πεντήκοντα σχεδὸν ἐνιαυτῶν περὶ τοῦ ὑψιπέτου τούτου τῆς λυρικῆς ποιήσεως ἀετοῦ; Κατὰ τὸ 1840 ὁ Balzac ἁπαντῶν πρός τινα νέον κριτικόν, ἀποκαλέσαντα ἔξοχον τὸν Οὐγκὼ ποιητήν, «Ἡ εἴδησις αὕτη, φίλε μου, ἔλεγεν, εἶναι παλαιά» καὶ ὁ Chateaubriand ἀπὸ τοῦ 1838 ἀναφέρων ἐν τοῖς προηγουμένοις τῶν ἱστορικῶν αὐτοῦ μελετῶν τὸν Richelieu τοῦ μεγάλου Γαλάτου ποιητοῦ, ἔγραφεν ὅτι διὰ τοῦ ἔργου τούτου θὰ ἠδύνατο πᾶς τις νὰ μάθη ὅ,τι ἔκτακτος μεγαλόνοια ἀνεῦρεν ἐν ὀδῷ ἀγνώστῳ εἰς τοὺς Κορνηλίους καὶ Ρακίνας.

Ἔκτοτε οἱ διαπρεπέστεροι τῶν Μουσῶν ἱεροθύται καθῆκον καὶ τιμὴν ἑκάστοτε ἐθεώρησαν νὰ καύσωσιν ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς τὸν ὀφειλόμενον λίβανον εἰς τὸν μέγαν τοῦτον τοῦ νέου Παρνασσοῦ ἱεροφάντην, εἰς ὃν πρώτην ἴσως φορὰν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Πινδάρου ἐδόθη τόσον δικαίως ἡ ποιητικὴ κότινος καὶ τοῦ ὁποίου τοὺς κροτάφους ἐστεφάνωσεν ἐπανειλημμένως, τῇ καθολικῇ ἐπιδοκιμασίᾳ, ἡ ροδομυρτοφόρος καὶ λυροκράτις Ἐρατώ.

Τίς καὶ τί νὰ προσθέσῃ εἰς μόνους τοὺς ὕμνους, τὰς ὡραίας εἰκόνας, τὰ θεῖα ἐπίθετα, τὰς θελκτικὰς πρὸς τὸν Οὐγκὼ τοῦ Theodore de Banville ᾠδάς; Εἶναι ἀνάγκη ἄρα γε νὰ παραλληλίσω αὐτὸν πρὸς πλανήτην! λησμονῶν ὅτι οἱ πλανῆται στεροῦνται ἰδίου φωτός, νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ὠκεανὸς ἐν τῷ πυθμένι τοῦ ὁποίου μαρμαίρουσι χάλικες!!! μαργαριτούχα ὄστρακα!!! κογχύλια, κοράλλια, σταλακτίται!!! καὶ ἐν ᾧ αὐλίζονται καὶ συμμίγνυνται μαλάκια, ἰχθύες, φάλαιναι, ἐχῖνοι, δράκοντες, κολοσσιαῖοι ὀκτάποδες καὶ ὅ,τι ἄλλο θαλάσσιον ζῷον εὑρίσκεται ἐν τῇ ζωολογίᾳ ἢ ν᾿ ἀποκαλέσω αὐτὸν τὸν τελευταῖον τῶν ἱπποτῶν!!! ἵνα παραστήσω τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἀνδρός;

Αἱ μακραὶ νεκρολογίαι, αἱ συνήθεις προσωπογραφίαι, αἱ τετριμμέναι σκιαγραφίαι, προκειμένου περὶ γιγάντων οἶος ὁ Βίκτωρ Οὐγκὼ, ἤκιστα, φρονῶ, ἐπιτυγχάνουσι τοῦ σκοποῦ των. Τὰ ἔργα τοῦ ἐκπνεύσαντος μεγάλου ποιητοῦ θὰ κρίνωσι διαφόρως πολλοὶ πολλῶν μελλουσῶν γενεῶν τεχνοκρίται, ὀλίγοι δὲ θὰ ἀρνηθῶσιν αὐτῷ τὴν πρώτην μεταξὺ τῶν λυρικῶν ποιητῶν θέσιν, καθὼς ὀλίγοι ἴσως θὰ θαυμάσωσι τὰς πολιτικὰς καὶ φιλοσοφικὰς αὐτοῦ πεποιθήσεις!

Ὡς ποιητής, ἀλλ᾿ ὡς ποιητὴς μόνον, θὰ ζήση μέχρι τῆς τελευταίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους πνοῆς! Τίνα γλυκυτέραν ἀπόλαυσιν τῆς ἐκ τῆς παραστάσεως τοιαύτης ἀθανασίας πηγαζούσης ἠδύνατο νὰ ἐπιθυμήση καρδία μεγάλη καὶ εὐγενὴς οἴα ἡ τοῦ Βίκτωρος Οὐγκώ; Ὀπόσον ζωηρῶς θὰ ἠσθάνετο τὴν ἠθικὴν ταύτην ἀπόλαυσιν ὅταν ἔγραφε μόνος:

Sans doute ils sont heureux les héros des poètes,
Ceux que le bras fait rois, ceux que l'esprit fait dieux!...

Ἡ ἰδέα τῆς ἐξοντώσεως, ἡ σκέψις ὅτι ὁ θάνατος καὶ τὴν μεγάλην διάνοιαν καὶ τὸ πτωχὸν πνεῦμα μεταβάλλει ἐξίσου εἰς χοῦν, παρίστατο πάντοτε ἀπεχθὴς τῷ μεγάλῳ ποιητῇ ὡς εἰς πάντας καὶ ἰδίως εἰς ἐκείνους οἵτινες ἔχουσι συνείδησιν τοῦ πνευματικοῦ αὐτῶν μεγαλείου. Τὴν ψυχρὰν τῆς ἐξοντώσεως εἰκόνα ἐκθέτων καὶ ἐν ἑνὶ τῶν τελευταίων του ἔργων «Réligions et Réligion», ζητεῖ ματαίως τὴν εἷς τὴν ἀθανασίαν τῆς ψυχῆς πίστιν καὶ οἰονεῖ ἄπελπις καὶ μετὰ λύσσης ἀνακράζει:

Rien!

Oh! reprends ce Rien, gouffre, et rends-nous Satan!

Ὁ Βίκτωρ Οὐγκὼ δὲν ὑπάρχει πλέον οὔτε ἐπὶ τῆς γῆς οὔτε ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἀλλ᾿ ἐνῷ τόσοι ἄλλοι μεγάλοι ποιηταὶ ἀπέθανον χωρὶς νὰ λάβωσι ποτὲ συνείδησιν τῆς δόξης των, οὕτως ηὐτύχησε νὰ αἰσθανθῆ ζῶν ἔτι μέρος τῆς μετέπειτα ἀθανασίας του.

Οἴα εὐδαιμονία! Πλίνιος ὁ νεώτερος ἐμακάριζεν ὡς τὸν εὐτυχέστερον θνητόν, τὸν εἰς τὸ 83ον τῆς ἡλικίας του ἔτος ἐκπνεύσαντα Βιργίνιον Ροῦφον, διότι πρὸ τοῦ θανάτου του ὑπὸ πολλῶν ποιητῶν καὶ ἱστορικῶν ἐπηνέθη καὶ τοὺς ἐπαίνους τούτους τῆς ποιήσεως καὶ τῆς ἱστορίας ἐθεώρει ὁ Πλίνιος προκριτωτέρους τῶν ἀρωμάτων καὶ τῶν χρυσῶν στεφάνων τῆς κηδείας τοῦ Σύλλα, προτιμοτέρους τῶν εἰκοσιδύο χιλιάδων τραπεζῶν τῶν παρατεθεισῶν ἐπὶ τῷ θριάμβῳ τοῦ Καίσαρος!

Κατὰ τὸν γλυκὺν τῶν Μαρτύρων συγγραφέα, ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ πατρὶς πάσης δόξης καὶ πᾶς μέγας ἀνὴρ ἐκτὸς αὐτῆς ὁπουδήποτε γεννώμενος θετὸν αὐτῆς τέκνον! Ὁ Βίκτωρ Οὐγκὼ ὑπερήσπισεν ὡς γνήσιος υἱὸς αὐτῆς τὰ δίκαια τῆς πασχούσης θετῆς μητρός του καὶ ἔψαλλε μετὰ θείου ἐνθουσιασμοῦ καὶ γλυκείας ἅμα μελαγχολίας τὰ κατορθώματα καὶ τὰ δεινὰ τῶν τέκνων της!

Ἐπὶ τῆς σοροῦ τοῦ ἐνδόξου ποιητοῦ χέει ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῆς ἀδελφῆς Γαλλίας θερμὸν δάκρυ καὶ ἐπὶ τοῦ τάφου τοῦ νέου τούτου Πινδάρου καταθέτει στέφανον ἐξ ἀθανάτων σύμβολον τῆς ἀθανασίας αὐτοῦ, σύμβολον τῆς ἀθανάτου πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνης της!

Λύγξ
Ἐφημερίδα «Ῥαμπαγᾶς», Mάϊος 1885

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου