Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Το δικό μου ραδιόφωνο δεν επενδύει στο φόβο μου

Του συγγραφέα
Γιάννη Φιλιππίδη

Το ραδιόφωνο που ακούω, ξυπνάει μαζί μου να παλέψει τη μέρα από την αρχή. Κλείνει το μάτι στις σκοτούρες, που βιάζονται να «τρέξουν». Μου θυμίζει τις μουσικές που αγαπάω ή προτείνει με τρόπο χαλαρό τις καινούργιες. Πίνει διαλεγμένο αρωματικό καφέ και καπνίζει οικονομικά τσιγάρα, χωρίς ενεργές τύψεις. Χασμουριέται και τεντώνει το κορμί χαριτωμένα, δίχως να νοσταλγεί τη θαλπωρή της κρεβατοκάμαρας.

Συνδέεται άμεσα με τους ακροατές του, επικοινωνεί, αφουγκράζεται τις φωνές των φίλων του, μοιράζεται την είδηση αφού πρώτο έχει εστιάσει σ’ αυτήν. Χαμογελάει στα ψιλά των εφημερίδων, που κρύβουν τις δικές μας διαφωνίες. Τραβάει την εξουσία από το μανίκι με κάθε αφορμή, άλλες φορές της γκρινιάζει ή εκτονώνεται βγάζοντάς της περιπαιχτικά τη γλώσσα ενόσω εκείνη αυτοθαυμάζεται στη χαλαρότητα της αλαζονείας της.

Ενημερώνει κυριολεκτικά, στοιχειοθετώντας τις ειδήσεις που ‘χουμε λόγο να μαθαίνουμε. Βλέπει, φανερώνει κι ασχολείται με τις αλήθειες θαρραλέα και με κέφι. Δεν καταπιάνεται με δευτεράντζες των τηλεοπτικών ρεπορτάζ, αποφεύγει τα ροζ, μένει ψύχραιμο στα κλισέ της ενημέρωσης.
Δε χρειάζεται την εικόνα για να επιβάλει την ισχύ του, είναι αυθύπαρκτα δυνατό και χύνεται στις εικόνες των ακροατών που εναλλάσσονται.

Το ραδιόφωνο που αγαπάω, αλλάζει χώρο, τόπο, χρόνο, κυκλοφορεί μαζί μου εκτός, μπλέκεται στην κίνηση του δρόμου, κατεβάζει το παράθυρο για να φλερτάρει ένα κορίτσι. Διακόπτει για να σταθεί στην ουρά του κάθε δημόσιου καρεκλοκένταυρου, αλλά επιστρέφει γρήγορα και συνεχίζει, πηγαίνοντας σε δουλειές, στην αγορά ή για βόλτα.

Βλέπει σινεμά όταν προλαβαίνει, προτείνει ταινίες, πηγαίνει σε συναυλίες που αξίζουν το εισιτήριό τους. Διαβάζει βιβλία στα σκόρπια και κουβεντιάζει γι’ αυτά, δανείζεται ατάκες ή το ήθος τους, αντιδρώντας στη στείρα φιλοσοφική παραφιλολογία, την ατάλαντη συγγραφή και το στόμφο, που εκπέμπουν οι αυτοφυείς διάνοιες. Αγαπάει από τις συνεντεύξεις, μονάχα αυτές που γίνονται με πρόσωπα που ‘χουνε λόγο διαφορετικό και τρόπο.
Το δικό μου ραδιόφωνο δεν επενδύει στο φόβο μου. Δε διδάσκει, δε πουλάει το μουτράκι του, δε χαλιναγωγεί. Αντίθετα: συμπορεύεται, καταδεικνύει τα ελλείμματα γύρω μας κι εντός μας, απολαμβάνοντας τις ελπίδες, που ‘χουνε λόγο ύπαρξης, παίρνει φόρα και βουτάει στα αδιέξοδά μας για να μετρήσει το βυθό τους.
Παλεύει να δει την γκρίνια μας με οξυδερκές χιούμορ. Σιγοσφυρίζοντας, μας υπενθυμίζει την ερωτική πλευρά μας, την ανθρώπινη, αυτήν που καταπατά η πολιτική επικαιρότητα.
Αγαπάει τη μόρφωση, καθόλου απαραίτητα αυτή που πιστοποιούν τα χάρτινα πτυχία, επικεντρώνεται πιο πολύ στην ουσία, στον κόσμο που βιάζεται να προφτάσει το αύριο.
Οι δικές μου συχνότητες θυμούνται και σέβονται τα παλιά βινύλια και τους ήχους τους, βλέπουνε με άλλο μάτι τα Σαββατοκύριακα, που κρύβουν ανάσες, ρολόγια χωρίς ήχους αφύπνισης και περισσότερες ελευθερίες.

Ακούει τους καβγάδες με τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα, αντιμετωπίζει ακομπλεξάριστα τη διαφορετικότητα των ανθρώπων.
Μας καθηλώνει παρκαρισμένους στα γιώτα χι, ως να τελειώσει το απρόοπτα αγαπημένο ρεφρέν ενός τραγουδιού, που πρωτακούμε.
Ξεμυτάει σ’ εκδοχή μικρού τρανζίστορ στη βεράντα για να ποτίσει μαζί μας τα λουλούδια που λιγοστεύουν την ασχήμια του τσιμέντου και βγάζει τη γλώσσα στην ακροδεξιά γειτόνισσα, που ανατρέπει την αισθητική και την πολιτική μας ορθότητα με τις σημαίες και την παρουσία της, που ενέχει αδιακρισία τηλεοπτικής κάμερας.
Ύστερα πάλι κάθεται μέσα, να χαλαρώσει στο πλάι ενός παράθυρου, που χαμηλώνει διακριτικά το φως της μέρας, Απλώνει και πάλι τις μουσικές του προβάλλοντας μέσα από τα λογισμικά του διαδικτύου. Υποδύονται την υπόκρουση, ενόσω επικοινωνώ ηλεκτρονικά με τους φίλους που δε προλαβαίνω να δω από κοντά, νιώθει την κούρασή μου, κουβεντιάζει με την εσωτερική μου πλευρά.

Το ραδιόφωνο που αγαπάω μεγαλώνει κι ωριμάζει μαζί μου. Βρίσκει έναν προς έναν τους τρόπους για να γίνεται καλύτερο, ανανεώνεται, αλλάζει εποχή με τους δικούς μου χρόνους.
Αρνείται πεισματικά να υποκύψει στις προεπιλεγμένες λίστες τραγουδιών, που απειλούν να καταργήσουν την επικοινωνία ως έννοια και σαν αξία του χαρακτήρα μου. Αντέχει στη γνώμη μου, αξιοποιεί την κριτική, μοιράζεται τη χαρά μου, όταν μιλάμε γι’ αυτό, με κάθε πιθανή αφορμή. Έχει ιστορική συνέπεια, κάνει την ανατροπή, έχει μέλλον...
 
Γράφει ο Σπύρος Σεραφείμ: Ο Γιάννης Φιλιππίδης απέκτησε την πρώτη του γραφομηχανή στα οκτώ του χρόνια. Σπούδασε Υποκριτική, είναι συγγραφέας. Από τις Εκδόσεις «Άγκυρα» κυκλοφορούν τα εξαιρετικά βιβλία του «Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου» και «Ο εραστής, η μέλισσα κι ένα μικρούλι αχ». Στον ελεύθερο χρόνο του περπατάει, βλέπει εμπνευσμένο κινηματογράφο, ακούει μουσικές. Σιχαίνεται με πάθος τη γυμναστική και τα κινητά τηλέφωνα, αλλά λατρεύει το ραδιόφωνο.
http://www.e-tetradio.gr/ar3599el_todikomoyradiofwnodenependyeistofovomoy.html

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό

Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ...
18 ή 19 Αυγούστου (η ημερομηνία δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ),έπρεπε να πεθάνει από τους φασίστες του Φράνγκο, γιατί ήταν δημοκρατικός και ομοφυλόφυλος σε καιρούς που η Ισπανία δεν τα άντεχε. Πάνω απ' όλα, γιατί ήταν ποιητής. Ο φαλαγγίτης που με μπαμπεσιά τον συνέλαβε στο σπίτι φίλων του χωρίς να έχει ένταλμα, ήταν αποκαλυπτικός: "Με το έργο του έκανε περισσότερο κακό απ' ό,τι άλλοι με τα όπλα"


"Γεια σου,Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα! 
Η πιστολιά που σε σώριασε στον πέτρινο τοίχο ενός χωριού της πατρίδας σου, τίποτε δεν κατάφερε να κάνει!Του λαού η δύναμη που αγάπησες ανασταίνει τώρα τα λόγια σου για πάντα και ξέρεις εσύ πόσο το δάκρυ ενός χωριάτη αξίζει περισσότερο απ΄όλα τα βραβεία των Ακαδημιών.
Οδυσσέας Ελύτης, "Ανοιχτά Χαρτιά"

"Η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε
η τέχνη και η ποίηση μας βοηθούνε να πεθάνουμε
περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ΄όλους αυτούς τους θορύβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών
Μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως από καιρό τώρα
- και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα-
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς
Νίκος Εγγονόπουλος(Ποιήματα Β΄, 1977)


Μεμέντο
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
 
Όταν θα πεθάνω,
με την κιθάρα μου αντάμα,
θάψτε με κάτω απ΄τον άμμο

Όταν θα πεθάνω,
στις πορτοκαλιές ανάμεσα
και στις μέντες.

Όταν θα πεθάνω,
θάψτε με,παρακαλώ,
στον ανεμοδείχτη.

Όταν θα πεθάνω!



"Και με ψάχνανε στα καφενεία, στα μαγαζιά, στις υπόγειες στοές
παντού με ψάχναν.
Δε με βρήκαν. Δε με βρήκαν ποτέ;
Οχι, ποτέ δε με βρήκαν."

 
Δεν τον βρήκαν ποτέ. Εβδομήντα τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονία του, το ποίημά του παραμένει προφητικό. Στόχος όσων τον στέρησαν από την Τέχνη, από τους αφιοσιωμένους θαυμαστές του, από τους ανθρώπους που τον λάτρευαν, ήταν να τον εξαφανίσουν, ακόμα και νεκρό, πιστεύοντας πως θα καταπνιγόταν η απήχηση του έργου του.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Ερρίφθη η μετακόμιση...



Ερρίφθη η μετακόμιση, κύβος άδειος το σπίτι επάνω.

Μπήκανε σε τεράστιες κούτες η βελόνα κι η κλωστή που
έραβε τα σπλάχνα βήματα τους απόγονους θορύβους
στον ποδόγυρο της καθησύχασής μου – τι τέκνο στοργικό
το καζανάκι πώς κατέβαινε τρέχοντας τη νύχτα
επάνω μου να το αφουγκραστώ.

Κούτες δέματα μπόγοι δεθήκανε καλά με τον κομμένο
ομφάλιο λώρο.
Δε γινόταν άλλο δίχως ανελκυστήρα γκαράζ
χωρίς βεσέ προπάντων, ολόκληρη τετραμελής δικαιολογία
-   πολύ παλιάς κατασκευής η μάνα.

Λίγες οι ζημιές.
Σπάσανε κάτι χρόνια μεταχειρισμένα κι ελάχιστα επόμενα
και βέβαια, θρύψαλα το λάθος να νομίζεις πως τα γκοοοόλ
θα είχαν εσαεί τερματοφύλακα μόνο την ακοή σου
ότι η Μπάρμπι θα μεγάλωνε δεμένη στους παραλογισμούς σου
πώς δεν θα στέρευε ποτέ της ροζ κορδέλας το ποτάμι
θα ψήλωναν στις όχθες του κι άλλο τα καταπράσινα
που φύτεψες κοτσίδια να κάθονται στο θαλερό τους ίσκιο
τα’ άσπρα σου μαλλιά.

Το νόμιζες ακίνδυνο το πειρατικό πλέιμομπίλ καράβι
σα να μην ήξερες πως το’ χουνε παιχνίδι να φεύγουνε τα οικεία
σα να μην είχαν κι άλλοτε βροντήξει με παιδική
συναρμολογούμενη ευκολία κανόνια και πλόες
υπό ενήλικη σημαία.

Μαζεύω από κάτω παρατημένα μικροπράγματα
μην τα πατήσει η αντήχηση και σπάσω.

Μικρές αποχαιρετιστήριες μπαλίτσες κανονιού
σα χοντρό πιπέρι – πιπέρι πιπέρι στο στόμα
στα κακά λόγια του χωρισμού
το νήπιο θερμόμετρο μέρες ξεχασμένο
στης ιστορίας την απύρετη μασχάλη

το πινελάκι που βάφει τα ματάκια της κλαμένα
η κουκλίτσα λύπη
κουρέλι τη μαύρη μπέρτα του Σούπερμαν.

Μην το αποκλείεις. Κι άλλες φορές κουρέλι η αντοχή
κι όμως αποκαλύφθηκε υπεράνθρωπος.

Κική Δημουλά "Στα παδιά μου"

' Ενα παιδί...

"Πήχτωσε το βράδυ. Λιγόστεψε κι ο αχός απ' τα κυπαρίσσια. Ανάψανε οι λαμπάδες τ' ουρανού. 
Όλα ήταν γάλα, γάλα, λουλάκι και σπίθες. Το ποτάμι μουρμούριζε μες στον ύπνο του κρυφά παραμιλητά. Το παιδί κείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε, ολόκληρο το βράδυ.
Έγραφε το πιο πικρό, το πιο μεγάλο του παραμύθι. Την αυγή ξεκίνησε. Ήταν παρηγορημένο. 
Είχε καταφέρει όλη τη νύχτα να μετρήσει τ' αστρα. 
Να τα μετρήσει όλα, σιγά-σιγά, ένα-ένα... 
Όλα. Και τα βρήκε σωστά."

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

«Τὸ νὰ γράψει κανεὶς σ᾿ ἕναν ἄνθρωπο, εἶναι ἴσως εὔκολο στοὺς πολλούς. Τὸ νὰ γράψει σ᾿ ἕνα ζῶο εἶναι ἀφάνταστα δύσκολο. Γιὰ τοῦτο φοβᾶμαι. Δὲν θὰ τὰ καταφέρω. Τὰ χέρια μου ἔχουνε σκληρύνει ἀπὸ τὰ λουριά σου, κι ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἄλλη αἰτία. Ὅμως πρέπει. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη. Γι᾿ αὐτὸ θὰ σοῦ γράψω. (...) Οἱ κάλοι τῶν χεριῶν μου ἀπὸ τὰ λουριά σου μοῦ εἶναι τόσο ἀγαπητοί, ὅσο ἐκεῖνοι ποὺ κάποτε ἀπόχτησα στὶς θαλασσινές μου πορεῖες. Θὰ σοῦ ξαναγράψω!...»(Νίκος Καββαδίας "Τοῦ πολέμου, Στὸ ἄλογό μου")

Και ζήσανε αυτοί καλά...

Οι "καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης",είπαμε...θέλουν παραμύθια ή κάτι σαν παραμύθι, που να πηγαίνει το μυαλό σε χρώματα και εικόνες μακρυνές και άλλες.
Πάντα υπάρχουν τέτοια στα ράφια.
Επιδεικτικά σνομπαρισμένα και αφημένα να σκονίζονται, σταθερή στο μότο "όχι best sellers", σαν αυτά που επιδεικτικά αφήνονται τώρα το καλοκαίρι πάνω στις σεζ λονγκ.
Βγαίνουν,ξεσκονίζονται, φώτα και πάμε:
Σαν παραμύθι Νο 1
"Παραμύθι" για τους άρχοντες της παλιάς Αθήνας
που τελειώνει κάπως έτσι:

"Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς οι υπόλοιποι χειρότερα 
γιατί χάσαμε την υπομονή μας,
Λησμονήσαμε τις ρίζες μας,
Εξουθενωθήκαμε σε άσκοπες συγκρίσεις,
αμφισβητήσαμε την αξιοπιστία των λέξεων,
απορρίψαμε το αυτονοητο.
Εξαντληθήκαμε σε περιγραφές δίχως σημασία,
μνημονεύσαμε τα μάταια, 
χάσαμε το φιλοτιμό μας.
Δικαιολογήσαμε τις συμφορές μας,
αρνηθήκαμε τα θαύματα, 
και ξεχάσαμε πως στην Αθήνα όλα αλλάζουν
και όλα παραμένουν τα ίδια…"

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Φοβηθείτε τους...



Έληξε η αμφισβήτηση. Αποφανατίστηκαν οι επαναστάσεις. 
Καταγγέλθηκε η απάτη κάθε "πρωτοπορίας". 
Μια οργιαστική Σιγή εβλάστησε σε όλες τις ρωγμές. 
Κοιτάξτε αυτούς τους νεαρούς των δεκαπέντε-δεκαεφτά χρονών. Κοιτάξτε τους καλά. 
Προσέξτε την Κατήφεια τους. Την νευρική τους απάθεια, την σιωπή τους, την δύσαρθρη ομιλία τους, την δύσθυμη σκληρότητα τους. 
Προσέξτε πόσο ακίνητος είναι αυτός ο Νέος Άνθρωπος. 
Πόσον αμίλητο φόνο κουβαλάει μέσα του. 
Κι αν ακόμα δεν είναι αυτοί ο Συναγερμός, θα έρθουν παιδιά και έφηβοι που θα είναι προορισμένοι για τον Νέο Λόγο. Απλά, για τον Λόγο. 
Για λέξεις που ποτέ δεν διαπράχθηκαν, για νοήματα που ποτέ δεν ορθολογήθηκαν, για εικόνες που ποτέ δεν μιλήθηκαν. 
Φοβηθείτε τους.

 ' Εγραφε ο Γιώργος Χειμωνάς το 1982!
Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά 28 ολόκληρα χρόνια πριν!
'Ηρθε ο καιρός;;

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Les vrais voyageurs


Φευγάτη πριν ανέβει ο ήλιος, αποσυνδέθηκα από την ευρύτερη εικόνα και στάθηκα σε μια θάλασσα σαν του  Καβάφη: "Θάλασσα του πρωιού κι ανέφελου ουρανού..."
' Οχι ότι έγινε η μεγάλη αλλαγή στην ορμή του ποταμού των γεγονότων.

'Ετσι κι αλλοιώς είχα στραμένη την προσοχή μου στα κάτασπρα βότσαλα, έβαζα στοιχήματα με το ελαφρύ κυματάκι αν θα φτάσει να τ' αγγίξει, και σε μια παρέα γλάρων που χάζευαν από την ακρογιαλιά- θέλω να πιστεύω- εμένα , που προσπαθούσα ν' "αδειάσω" μυαλό και ψυχή στην αγκαλιά του κρυστάλλινου απέραντου γαλάζιου.
 

Η θάλασσα για μένα, για ένα περίεργο -και σύμφωνα με την προσωπική μου μεταφυσική- λόγο, είναι μήτρα και σύμπαν, μια μεγάλη ασφαλής αγκαλιά, που με βοηθάει να "καθαρίζω" το μέσα μου.
Eίναι το "ταξίδι",αυτός ο έντονος πόνος φυγής ,το "mal du départ" όπως το λέει ο Καββαδίας, που καταλαγιάζει στην αγκαλιά της.
 

"Πολλά είναι τα πρωινά που ξυπνάω με γεύση ματαιότητας και θανάτου. Όμως είναι και άλλα όπου με διακατέχει μία έντονη επιθυμία απόδρασης. Ονειρεύομαι πως, σιωπηλά, χωρίς κανείς να με πάρει μυρωδιά, μαζεύω μερικά απαραίτητα πράγματα και εξαφανίζομαι. Το που πάω δεν έχει σημασία και αλλάζει από ξημέρωμα σε ξημέρωμα: άλλοτε λιάζομαι σε εξωτικά μέρη και άλλοτε χάνομαι σε μεγαλουπόλεις. Σημασία έχει ότι φεύγω. Αυτή η λαχτάρα της φυγής είναι τόσο έντονη που με πονάει σωματικά". (N.Δήμου Οι Δρόμοι μου, σελ. 652 «Φεύγοντας Ακίνητος»).
 

Μετά σου λέει γιατί διαβάζω ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια κάποιων..
Μα γιατί "συναντώ" ανθρώπους που σκέπτονται ότι σκέπτομαι, κάνοντας ανώδυνα βήματα μέχρι τα ράφια της βιβλιοθήκης μου...
 

"Φεύγοντας ακίνητη".Κι όσο "φεύγω" δεν πάω πουθενά.
Σε κάποια άλλη θάλασσα του πρωιού κι ανέφελου ουρανού μπορεί και να σκεφτώ αν 
"Οι χειρότερες φυλακές, δεν είναι αυτές που δεν μπορείς αλλά που δεν θέλεις να φύγεις".
' Η άδικος κόπος;
Κάτι μου λέει πως θα συμφωνήσω με τον Baudelaire:

Mais les vrais voyageurs sont ceux-là seuls qui partent
Pour partir;

"Μα οι πραγματικοί ταξιδιώτες είναι αυτοί μόνο που φεύγουν
Για να φύγουν. Ανάλαφρες καρδιές, σαν αερόστατα
Από την μοίρα τους ποτέ δεν απομακρύνονται
Και δίχως να ξέρουν γιατί, λένε πάντα : πάμε!"

Με μουσική υπόκρουση το " mal du départ", του ιδανικού και ανάξιου εραστή των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων, του πολυαγαπημένου Καββαδία.

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Ρεμβασμός...


Βράδια αυγουστιάτικα με τις "Παρακλήσεις" στην Παναγία…
Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο χωριό του πατέρα.
Διακοπές και βαρεμάρα τούτη η ώρα, για μας που σταματούσαμε το παιχνίδι στον πρώτο ήχο-κάλεσμα της καμπάνας.
Ακούω τους ήχους… Ζωντανεύω τις εικόνες… Φέρνω στα μάτια μου τα πρόσωπα…
' Οταν το παρόν στενεύει και νοιώθεις να σε πνίγει,επιστρέφεις σε χρόνους όπου "οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως"


 "Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186... εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το τσιμπούκι του, κ’ ερρέμβαζεν...Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον πόνο του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Το εκκλησίδιον ήτο ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και είχε καλάς εικόνας –και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν Παναγίαν την Πρέκλαν- σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδήλια αργυρά…
Την ημέραν εκείνην θα ετελείτο πανήγυρις εις τον ναΐσκον, τιμώμενον επ’ ονόματι της Κοιμήσεως…
…Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους, ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:
«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε
Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα,
Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα»,
...Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των Αγγέλων...». Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως…"

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
"Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου"