Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός...


«Σήμερα κρέμασα πάνω από το γραφείο μου τη μοναδική φωτογραφία ενός ελληνικού τοπίου που βρέθηκε, ολωσδιόλου τυχαία, μέσα σε κάτι χαρτιά. Τη φωτογραφία της μεγάλης άγκυρας του Πόρου. Την είχα κάνει ένα πρωί της άνοιξης του 40. Καθώς την κοιτάζω τώρα αισθάνομαι την ψυχή μου πλημμυρισμένη. Αλλά δεν είναι αυτά που μου χρειάζουνται: πελεκώντας τον εαυτό μας, έτσι γράφουμε.»

Ο ποιητής μου φορούσε κίτρινα πάνινα παπούτσια(...)
Το σπίτι του στην οδό Άγρας πίσω από το Στάδιο, απλό «σα νησιώτικο» όπως έλεγε ο ίδιος, με μια γοργόνα σε δικό του σχέδιο στο υπέρθυρο της εισόδου. Χώροι χωρίς πολυτέλεια, τα στοιχειώδη έπιπλα και παντού στους τοίχους βιβλία. Το σαλόνι και το γραφείο βγάζουν σε μιαν αυλίτσα με λίγα καχεκτικά φυτά στις παρυφές της και ένα μεγάλο χαμηλό τραπέζι στο κέντρο της γεμάτο κοχύλια και μια γλάστρα φουντωμένο βασιλικό στη μέση. Μικρή συντροφιά. Κάθομαι δίπλα του και με ρωτάει τι δυσκολίες έχω όταν γράφω. Του λέω πως μόνιμη δυσκολία μου είναι η γλωσσική διατύπωση. Πώς θα βρω τις κατάλληλες λέξεις που θα αποδώσουν με ακρίβεια τις σκέψεις και τα αισθήματά μου. «Αυτή είναι η ουσία της γραφής» μου απαντά. «Οι λέξεις είναι τα εργαλεία της. Φτάνει να έχεις κάτι να πεις. Δεν βλέπεις πόσο εύκολα γράφουν αυτοί που δεν έχουν να πουν τίποτα;».
Πιστεύω πως τα ημερολόγιά του ήταν περισσότερο μια καθημερινή άσκηση γραφής παρά ανάγκη καταγραφής συμβάντων και σκέψεων.

Παίρνει το Νομπέλ. Του γράφω ένα γράμμα και τον παρακαλώ να μην ξεχνά τα γραπτά του Αρτεμιδώρου. Μου στέλνει μια κάρτα από τη Στοκχόλμη και μου απαντά ότι δεν τα ξεχνάει.
Γυρίζουν και πάω να τους δω. Μου δείχνουν το μετάλλιο του Νομπέλ ολόχρυσο και μεγάλο σαν πιατάκι του καφέ και πολλές φωτογραφίες. Μιλούν και οι δυο μαζί για τη θερμή υποδοχή των Σουηδών, για την παιδική χορωδία που τους είπε «καλημέρα» το πρωί της απονομής, για τη συγκινητική μεγαλοπρέπεια της τελετής, αλλά και για την πρωτοφανή αγνόηση της βράβευσης από το ελληνικό κράτος. Κανείς στο σπίτι, στην απονομή του βραβείου, στο αεροδρόμιο. «Μα καλά δεν κατάλαβαν καθόλου ότι στο πρόσωπό μου βραβευόταν η Ελλάδα;» αναρωτιέται. (Τι να πω, ότι εκτός από αδαείς περί την τέχνην είναι και κόπανοι ως πολιτικοί;) Σκέψου ότι ακούστηκε και αυτό: «Ότι οι Σουηδοί μου έδωσαν το Νομπέλ επειδή πούλησα την Κύπρο στους Εγγλέζους!». Πρώτη φορά τον βλέπω να μιλάει τόσο ζωηρά με πικρία, απορία, αγανάκτηση και αηδία.
Έτσι ο λόγος του Χέντερλιν «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε έναν μικρόψυχο καιρό;» βρήκε επιτέλους το αληθινό του νόημα: Δεν χρειάζονται.

Δεν πρόλαβε να χαρεί την πτώση της χούντας. Ο θάνατός του μας κόστισε πολύ. Τον έκλαψα σαν δικό μου άνθρωπο. Βάλαμε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου τη φωτογραφία του και όλα του τα βιβλία που τα έφερα από το σπίτι. Έμπαινε κόσμος και γύρευε να τα αγοράσει. Ο Μανόλης πήγε στην κηδεία του και ήταν αυτός που, όταν τέλειωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, φώναζε: «Αθάνατος» και όλοι με ένα στόμα επανέλαβαν: «Αθάνατος».
Η Μαρώ έκοψε σύρριζα τη χρυσή κοτσίδα της και την έβαλε στο φέρετρό του. Το φέρετρο το κρατούσαν άνθρωποι που τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν. Έγινε μεγάλο λαϊκό προσκύνημα. Δικαιοσύνη.
Ο Χειμωνάς μού είπε ότι στο νοσοκομείο κάνα δυο μέρες πριν πεθάνει, τον είδε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Τι πιο ανθρώπινο;
Η τελευταία εικόνα του που μου έρχεται τώρα. Καλοκαίρι μεσημέρι στο σπίτι του. Είναι όρθιος, φοράει ριχτό πουκάμισο, κοντομάνικο και κατακίτρινα πάνινα παπούτσια που ταιριάζουν πολύ ωραία με το ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Μια νότα ροκ που ειρωνευόταν τη σοβαροφάνεια, τα κίτρινα πάνινα παπούτσια.
(Nόρα Αναγνωστάκη)

Υστερόγραφο

Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

Κύριε, όχι μ' αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούμενα σα μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες με τόσα χρώματα.
Κύριε όχι μ' αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
Στέκεται κει κολλημένα σε κίτρινα δόντια.

Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ' ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δε ξέρουνε πως είμαστε
ό,τι μπορούμε να είμαστε
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας,
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν' ανασαίνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
που βρίσκει τ' ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης.

Κύριε, όχι μ' αυτούς.
Ας γίνει αλλιώς το θέλημά Σου.



Αλληλεγύη
Είναι εκεί δεν μπορώ ν' αλλάξω
με δυο μεγάλα μάτια πίσω απ' το κύμα
από το μέρος που φυσά ο αγέρας
ακολουθώντας τις φτερούγες των πουλιών
είναι εκεί με δυό μεγάλα μάτια
μήπως άλλαξε κανείς ποτέ του.

Τι γυρεύετε; τα μηνύματα σας
έρχουνται αλλαγμένα ως το καράβι
η αγάπη σας γίνεται μίσος
η γαλήνη σας γίνεται ταραχή
και δεν μπορώ να γυρίσω πίσω
να ιδώ τα πρόσωπα σας στ' ακρογιάλι.

Είναι εκεί τα μεγάλα μάτια
κι όταν μένω καρφωμένος στη γραμμή μου
κι όταν πέφτουν στον ορίζοντα τ' αστέρια
είναι εκεί δεμένα στον αιθέρα
σα μια τύχη πιο δική μου απ' τη δική μου.

Τα λόγια σας συνήθεια της ακοής
βουίζουν μέσα στα ξάρτια και περνάνε
μήπως πιστεύω στην ύπαρξη σας
μοιραίοι σύντροφοι, ανυπόστατοι ίσκιοι.
Έχασε το χρώμα του πια αυτός ο κόσμος
καθώς τα φύκια στ' ακρογιάλι του άλλου χρόνου
γκρίζα ξερά στο έλεος του ανέμου.

Ένα μεγάλο πέλαγο δυό μάτια
ευκίνητα και ακίνητα σαν τον αγέρα
και τα πανιά μου όσο κρατήσουν, κι ο θεός μου.


Ἐπὶ Ἀσπαλάθων...



Εἶναι τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ Σεφέρη καὶ δημοσιεύτηκε στὸ Βῆμα (23. 9. 71) τρεῖς μέρες μετὰ τὸ θάνατό του στὴν περίοδο τῆς δικτατορίας. Τὸ ποίημα βασίζεται σὲ μία περικοπῆ τοῦ Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ. ἑ. ) ποὺ ἀναφέρεται στὴ μεταθανάτια τιμωρία τῶν ἀδίκων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Ἀρδιαίου. Ὁ Ἀρδιαῖος, τύραννος σὲ μία πόλη, εἶχε σκοτώσει τὸν πατέρα του καὶ τὸν μεγαλύτερό του ἀδερφό του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ τιμωρία του, καθὼς καὶ τῶν ἄλλων τυράννων, στὸν ἄλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Ὅταν ἐξέτισαν τὴν καθιερωμένη ποινὴ ποὺ ἐπιβαλλόταν στοὺς ἀδίκους καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ βγοῦν στὸ φῶς, τὸ στόμιο δὲν τοὺς δεχόταν ἀλλὰ ἔβγαζε ἕνα μουγκρητό. «Τὴν ἴδια ὥρα ἄντρες ἄγριοι καὶ ὅλο φωτιὰ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ καὶ ἤξεραν τί σημαίνει αὐτὸ τὸ μουγκρητό, τὸν Ἀρδιαῖο καὶ μερικοὺς ἄλλους ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, ἀφοῦ τοὺς ἔριξαν κάτω καὶ τοὺς ἔγδαραν, ἄρχισαν νὰ τοὺς σέρνουν ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ νὰ τοὺς ξεσκίζουν ἐπάνω στ᾿ ἀσπαλάθια καὶ σὲ ὅλους ὅσοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ ἐξηγοῦσαν τὶς αἰτίες ποὺ τὰ παθαίνουν αὐτὰ καὶ ἔλεγαν πὼς τοὺς πηγαίνουν νὰ τοὺς ρίξουν στὰ Τάρταρα». (Πλ. Πολιτεία 616).



Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.
Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες
τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι
δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια
καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.
Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν
ἀκόμη...

Γαλήνη
-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;
Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ
τ᾿ αὐλάκια.
Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος

31 τοῦ Μάρτη 1971


Για τον ποιητή φωτογράφο  που μέσα πό το φακό του αποτυπώνει  τόπους,ανθρώπους και περιστατικά που σημάδεψαν το ταξίδι της ζωής του στο λεύκωμα που εκδόθηκε από το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΤΕ.

http://www.miet.gr/web/gr/ekdoseis/more.asp?id=234

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου